Aπό την αφήγηση στην ιστορία

 
 
dot clear Aπό την αφήγηση στην ιστορία

Aπό την αφήγηση στην ιστορία

 
Hμερομηνία :  12-02-06             dot clear Aπό την αφήγηση στην ιστορία dot clear Aπό την αφήγηση στην ιστορία
  
ΔHMHTPHΣ APBANITAKHΣ
Ιστορικός – Mουσείο Mπενάκη

«ΚAΘ’ ENOΣ το όνειρον είναι να γίνη, μιαν ημέραν, εθνικός ευεργέτης. Συνήθως γεννάται πτωχός. Εκπατρίζεται και αρχίζει την βιοπάλην ως υπηρέτης. Eπειτα προάγεται εις υπάλληλον, εις παντοπώλην, εις έμπορον, εις συνεταίρον του προϊσταμένου του. Πλουτίζει, νυμφεύεται και μένει άπαις. Κάποτε αρχίζει τας δωρεάς του και ζων. Αλλά θνήσκων, ζάπλουτος, κληροδοτεί την περιουσίαν του εις το έθνος. Είναι ο τύπος του νεωτέρου Eλληνος, ως εθνικού ευεργέτου. […] Και όμως οι εθνικοί ευεργέται δεν είναι το υπέρτατον θαύμα του πολιτισμού και της προόδου. Η καλλιτέρα ευχή ενός αληθινού και φωτισμένου φίλου της Ελλάδος θα ήτο ν’ ανατείλη γρήγορα η εποχή, κατά την οποίαν η πατρίς μας δεν θα έχη πλέον ανάγκην ευεργετών. […] Αν οι Eλληνες είχομεν περισσότερον πολιτικήν αρετήν, αν αφήναμεν άθικτον τον δημόσιον πλούτον […], η κυβέρνησις δεν θα ήτο εις θέσιν ν’ ανεγείρη και να διατηρήση το καλλίτερον διδασκαλείον, χωρίς να έχη ανάγκην κανενός;»

Eτσι μιλούσε ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, με αφορμή τον θάνατο του Γρηγορίου Μαρασλή (εφ. Αθήναι, 6 Μαΐου 1907). Και είναι προφανές ότι ο Zακυνθινός λογοτέχνης είχε στο νου του πολύ πιο σύνθετα ερωτήματα από εκείνα που σε μεγάλο βαθμό συνόδευσαν την ιστοριογραφία μας, όταν παλαιότερα καταπιανόταν με το ζήτημα.

12 02 06 1285475 41 Aπό την αφήγηση στην ιστορία Η περίφημη νεοκλασική Aθηναϊκή Tριλογία. Aριστερά, η Bαλλιάνειος Eθνική Bιβλιοθήκη. Tο έργο, που ο θεμέλιος λίθος του τοποθετήθηκε το 1888, χρηματοδοτήθηκε ολόκληρο από τους Kεφαλονίτες αδελφούς Mαρίνο, Aνδρέα και Παναγή Bαλλιάνο. Oι δαπάνες κατασκευής του Eθνικού και Kαποδιστριακού Πανεπιστημίου Aθηνών (στο κέντρο) καλύφθηκαν από χρηματικές προσφορές πλουσίων Eλλήνων και ξένων ηγεμόνων, ενώ για την αποπεράτωσή του (1850) αποφασιστική υπήρξε η δωρεά του Δημητρίου Mπερναρδάκη. H Aκαδημία Aθηνών ή Σιναία Ακαδημία (δεξιά) θεμελιώθηκε το 1859 και αποπερατώθηκε το 1886. Oι δαπάνες κατασκευής καλύφθηκαν κυρίως με δωρεά του ομογενούς Σίμωνος Γ. Σίνα. Tην πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους κοσμούν οικοδομήματα που, συχνά, το κόστος ανέγερσής τους ξεπερνούσε σε ύψος τον κρατικό προϋπολογισμό. Η προσφυγή της εκάστοτε διοίκησης στη γενναιοδωρία των πλούσιων ομογενών υπήρξε πάγια τακτική, αλλά και οι δωρητές συχνά θεωρούν υποχρέωσή τους να συμβάλλουν, ιδίως στον τομέα της εκπαίδευσης, ακολουθώντας την παράδοση της ευεργεσίας (φωτ.: Γιάννης Μπαρδόπουλος). dot clear Aπό την αφήγηση στην ιστορία

Η αδιαμφισβήτητης σημασίας ευεργεσία αποτέλεσε για πάρα πολλά χρόνια ένα προνομιακό πεδίο στο οποίο η εθνική ιδεολογία, αλλά και μια εξαρτημένη πτυχή της ιστοριογραφίας μας, έβρισκαν έδαφος για να αναδείξουν προσωπικότητες, να εξάρουν τη φιλογένεια των ευεργετών, να τονίσουν τα θετικά της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, σε συνδυασμό με τη φιλοπατρία.

Σήμερα μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι μια τέτοια αντιμετώπιση, αφενός άφηνε στη σκιά πολλές πτυχές του φαινομένου (κοινωνικές, οικονομικές, ιδεολογικές, ψυχολογικές) και αφετέρου παρέβλεπε τη διαλεκτική σχέση της ευεργεσίας με βασικούς ιστορικούς άξονες.

Ο προβληματισμός που εδώ εκτίθεται δεν στοχεύει φυσικά στην αναίρεση της σημασίας της ευεργεσίας, η οποία αναμφισβήτητα συνέβαλε στη μορφοποίηση του νεότερου ελληνικού κόσμου, όσο ενδιαφέρεται να συμπυκνώσει ορισμένα ερωτήματα στα οποία έχει στραφεί η σύγχρονη έρευνα, ιχνηλατώντας την ιστορικότητα του φαινομένου.

Για την παιδεία

Το ευεργετικό φαινόμενο συνδέεται άρρηκτα με τη μετανάστευση των Ελλήνων, ιδιαιτέρως δε των βορείων ελληνικών επαρχιών. Η Βενετία, το Λιβόρνο, η Τεργέστη, η Βλαχία, η Μολδαβία, οι μεγάλοι εμπορικοί δρόμοι που οδηγούν στην Κεντρική Ευρώπη αρχικά, αλλά και κατόπιν, σε ένα ανάπτυγμα χρόνου μέχρι τον 19ο αιώνα, τα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας και της Μεσογείου, ιδίως η Αίγυπτος, δέχτηκαν μόνιμες ελληνικές εγκαταστάσεις.

Οι μετανάστες της λεγόμενης «πρώτης γενεάς» δεν αποκόπτονταν εντελώς από τις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Η τραυματική εμπειρία αποκοπής τους από τις παραδοσιακές-αγροτικές κοινωνίες καταγωγής και ταυτόχρονα η όχι εύκολη διείσδυση στην κοινωνία υποδοχής εξηγούν σε ένα βαθμό και σε ένα ψυχολογικό επίπεδο τη διατήρηση αυτής της σχέσης. Κατά τον 17ο αιώνα η οικονομική βοήθεια των ξενιτεμένων εμπόρων στρεφόταν κυρίως στην αποπληρωμή του κεφαλικού φόρου των κοινοτήτων, την ανέγερση εκκλησιών και μοναστηριών, τις προικοδοτήσεις, τις υποτροφίες κ.λπ. Από τα τέλη του αιώνα, αλλά κυρίως κατά τη διάρκεια του επομένου, δίχως η προτίμηση για τα προαναφερθέντα ζητήματα να εξαφανιστεί, το ενδιαφέρον των «φιλογενών εμπόρων» στρεφόταν όλο και περισσότερο στην εκπαίδευση. Βρισκόμαστε άλλωστε στην εποχή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και οι έμποροι της Διασποράς εμπλέκονται στη δίνη του: συντελούν στην ανέγερση σχολείων, στην πραγματοποίηση εκδόσεων, στην αγορά και αποστολή βιβλίων, στη δημιουργία και συντήρηση σχολικών μονάδων, στη χορήγηση υποτροφιών κ.λπ.

Η δημιουργία του ελληνικού κράτους αποτελεί ούτως ή άλλως ένα όριο για πολλά και βεβαίως επηρεάζει και τον χαρακτήρα του φαινομένου που μας απασχολεί. Μετά την ίδρυση του κράτους και κυρίως μετά τη δεκαετία του 1870, οι πράξεις ευεργεσίας (οι οποίες θα κατευθύνονται όλο και πιο συχνά στην Αθήνα) θα συνεχίσουν να τείνουν στην πραγμάτωση εκπαιδευτικών στόχων, αλλά κυρίως θα ενταχθούν πλέον στην προσπάθεια εξορθολογισμού και αστικού εκσυγχρονισμού της οικονομίας και της κοινωνίας.

Μετά το 1830 η ελληνική κοινωνία διάγει μια φάση που ορίζεται αφενός από σκληρές ιστορικές αναγκαιότητες και αφετέρου από ιδεολογήματα και μια πολύ συχνή δυσαρμονία μεταξύ στοχοθεσιών και διαθεσιμοτήτων. Η «Μεγάλη Ιδέα» λειτούργησε σε μεγάλο βαθμό παραπλανητικά και εμπόδισε μιαν ουσιαστικότερη ανάγνωση των αναγκών και των δυνατοτήτων της κοινωνίας.

Για τον εκσυγχρονισμό

Oπως παρατηρούν οι μελετητές, ενώ προεπαναστατικά η εθνική αναγέννηση και η συνακόλουθη δράση των ευεργετών ταυτιζόταν με την καλλιέργεια της παιδείας, σ’ αυτή τη φάση ταυτίστηκε με τον αστικό εκσυγχρονισμό: βιομηχανική παραγωγή, ναυτιλία, εκσυγχρονισμός της γεωργίας, τεχνική εκπαίδευση ικανή να ανταποκριθεί στις νέες ανάγκες και να προσαρμοστεί στα δεδομένα της επιστήμης, ορθολογική οργάνωση του κράτους. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια ανησυχιών και στοχεύσεων πρέπει να ενταχθεί το ενδιαφέρον των ευεργετών για την οργάνωση της κρατικής πρόνοιας (υγειονομική περίθαλψη, πτωχοκομεία, βρεφοκομεία, ψυχιατρεία, νοσοκομεία), της άμυνας και της καταστολής (φυλακές).

12 02 06 1285475 141 Aπό την αφήγηση στην ιστορία Το Παναθηναϊκό Στάδιο κατά τη Μεσολυμπιάδα του 1906 (Επιστολικό δελτάριο). Mε την ευκαιρία της τέλεσης των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων το 1896, το στάδιο της Αθήνας των κλασικών χρόνων επεκτάθηκε σε σχέδια του αρχιτέκτονα Αναστασίου Μεταξά. Η αναμαρμάρωση έγινε κυρίως χάρη στη δωρεά ύψους 1.000.000 χρυσών φράγκων του Γεωργίου Αβέρωφ. Ο ανδριάντας του δωρητή, έργο του Γ. Βρούτου, στήθηκε στην είσοδο του σταδίου. dot clear Aπό την αφήγηση στην ιστορία

Η μαζική εγκατάσταση στην Ελλάδα, κυρίως μετά το 1870, ομογενών «της οικογενείας του χρήματος» προκάλεσε κραδασμούς στην ελληνική κοινωνία, καθώς η τελευταία ήλθε σε «βίαιη» επαφή με την πολλαπλή πραγματικότητα. Ο Ανδρέας Συγγρός φαίνεται πως ήταν ο πρώτος που ανάγκασε την ελληνική κοινωνία, ή τουλάχιστον στόχευσε σ’ αυτό, να γίνει ρεαλιστική, να τοποθετήσει το οικονομικό σε κεντρική θέση: «Ο Συγγρός», γράφουν ο Aλκης Αγγέλου και η Μαρία Χριστίνα Χατζηϊωάννου στην ωραία Εισαγωγή των Απομνημονευμάτων του, «προσγείωσε την ελληνική κοινωνία σε ό,τι ακριβώς είχε αυτή ανάγκη εκείνη την εποχή. Της ζήτησε να γίνει ρεαλιστική μεταθέτοντας την οικονομική ζωή στο κέντρο της. Την ίδιαν αυτή συνέπεια κράτησε και με τη διαθήκη του, δηλαδή με την κοινωνική βαρύτητα των κληροδοτημάτων του. Τη βοήθησε, με τον τρόπο αυτόν να ξεπεράσει την παρατεταμένη εφηβεία της, που τόσο της είχε στοιχίσει».

Από τις μικρές πατρίδες, λοιπόν, στη μεγάλη εθνική πατρίδα· από την επιβίωση της γενέθλιας κοινότητας, στην παιδεία του έθνους και από κει στον εξορθολογισμό της κοινωνίας και του κράτους. Το φαινόμενο του ευεργετισμού διήνυσε μια μακρά πορεία, γνωρίζοντας ποικίλες διαφοροποιήσεις: υποκείμενα, εκφράσεις, τομείς υποδοχείς. Από τον Ζώη Καπλάνη, τους Ζωσιμάδες, τους αδελφούς Ριζάρη, στον Ευαγγέλη Ζάππα, τον Νικόλαο Στουρνάρη, τον Γεώργιο Αβέρωφ, τον Αντώνη Μπενάκη… Μια μακρά ιστορία πολλών ατομικών ιστοριών που συμπλέκονται με τη μεγάλη, τη συνολική ιστορία.

Παράπλευρες συνέπειες

Επιστρέφοντας στα ερωτήματα, επισημαίνω το αυτονόητο: Η ένταξη ενός φαινομένου στο ιστορικό του πλαίσιο και ο συσχετισμός του με αντίστοιχα φαινόμενα και συμπεριφορές μάς προμηθεύει με ουσιώδη ερευνητικά εργαλεία για την κατανόησή του. Σ’ αυτό το πλαίσιο σκέψης, ίσως να μην είναι χωρίς σημασία η αναζήτηση της φύσης του φαινομένου μέσα από τις διαφοροποιήσεις του: μεταφέρουν άραγε οι ευεργέτες κάτι από τις προηγηθείσες αντιλήψεις περί φιλανθρωπίας στην ευρωπαϊκή εμπειρία, ήδη από τον 17ο αιώνα, είτε σε συνδυασμό είτε σε αντίστιξη με τις εκκλησιαστικές αντιλήψεις ή τις νομικές παγιώσεις των κρατών; Μια τέτοια κατεύθυνση έρευνας, ίσως να έθετε σε άλλες βάσεις το ερώτημα του κατά πόσον η ευεργεσία αποτελεί «μια ελληνική ιδιαιτερότητα».

Eνα άλλο γόνιμο πεδίο έρευνας είναι εκείνο που θα επικεντρώνει τις ζητήσεις μας στη διαλεκτική σχέση του φαινομένου με τη διαμορφούμενη κρατική φιλοσοφία. Θα πρέπει να αναρωτηθούμε όχι μόνο για την αυτονόητη αξία της ευεργεσίας, αλλά και για τις ποικίλες συνέπειες που ενδεχομένως είχε. Για παράδειγμα, δεν πρέπει να είναι άσχετη με το γεγονός η διαρκής και αυξανόμενη δυσπιστία της κοινωνίας απέναντι στο κράτος, στις δυνατότητες και τις στοχεύσεις του. Παράλληλα, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον η διατήρηση του φαινομένου, το οποίο πολύ συχνά υποκαθιστούσε το κράτος ή του υπαγόρευε κατευθύνσεις, λειτούργησε καθησυχαστικά για το κράτος ή τι εσήμαινε στην πράξη η μετάθεση ευθυνών και η δημιουργία -πολύ συχνά- της εικόνας ενός κράτους «επαίτη». Eχει ούτως ή άλλως μεγάλη σημασία να κατανοήσουμε σε ποιο βαθμό αυτό το φαινόμενο είχε παράπλευρες συνέπειες, με μεγαλύτερη τη διαιωνιζόμενη αίσθηση της κοινωνικοπολιτικής καχεξίας, η οποία έβρισκε τη συνεκτική μορφοποίησή της στην εικόνα της «Ψωροκώσταινας».

Τα ερωτήματα δεν σταματούν εδώ. Εκείνο ωστόσο που έχει σημασία είναι ο τρόπος οργάνωσης της συλλογικής μνήμης και της ένταξης σ’ αυτήν των γεγονότων και των ανθρώπινων συμπεριφορών. Δίχως να παραγνωρίζονται οι αγωνίες, οι θυσίες, οι προθέσεις και η φιλοπατρία των φορέων του φαινομένου, ανάγκη να τοποθετήσουμε τη δράση τους στους κομβικούς άξονες της νεότερης ιστορίας μας, στην εποχή της κρυστάλλωσης του έθνους και στην πολλαπλά συγκρουσιακή στιγμή της νεοτερικότητας ενός θεσμού: του ελληνικού κράτους.

Αντώνης Μπενάκης (Αλεξάνδρεια 1873 – Αθήνα 1954)

12 02 06 1285475 211 Aπό την αφήγηση στην ιστορία Το ιστορικό κτίριο Αβέρωφ, κεντρικό κτίσμα στο συγκρότημα του Eθνικού Mετσόβιου Πολυτεχνείου. Η ανέγερση του κτιρίου διήρκεσε από το 1864 έως το 1880. Οι δαπάνες κατασκευής του (3.000.000 δρχ.) καλύφθηκαν με τις δωρεές των Νικολάου Στουρνάρη, Μιχαήλ και Ελένης Τοσίτσα και κυρίως του Γεωργίου Αβέρωφ, κατ’ επιθυμία του οποίου το συγκρότημα ονομάστηκε «Μετσόβιον» (φωτ.: Αφοί Αναγνωστόπουλοι). dot clear Aπό την αφήγηση στην ιστορία

Ο Αντώνης Μπενάκης, ο Τρελαντώνης της Πηνελόπης Δέλτα, γιος του Εμμανουήλ (1843-1929), υπήρξε γόνος μιας οικογένειας η οποία διέπρεψε στην Αλεξάνδρεια και στην Αθήνα, αποδεικνύοντας πολλαπλά και επανειλημμένως την κοινωνική της ευαισθησία. Ο πατέρας του επιδόθηκε επιτυχώς στο εμπόριο βάμβακος και αναδείχθηκε σε κορυφαίο παράγοντα της ελληνικής κοινότητας της Αλεξάνδρειας, ενώ αργότερα (1911-12) διετέλεσε υπουργός Εθνικής Οικονομίας στην κυβέρνηση Βενιζέλου, του οποίου υπήρξε ιδεολογικά συγγενής και στενός συνεργάτης.

Ο Αντώνης Μπενάκης ωρίμασε μέσα στο κλίμα ενός «κοσμοπολιτικού ελληνοκεντρισμού», κάτι που επηρέασε τη νοοτροπία του και προετοίμασε την κοινωνική του δράση. Αρχικά διαδέχτηκε τον πατέρα του στη διεύθυνση του οίκου Χωρέμη-Μπενάκη της Αιγύπτου (1911), θέση που διατήρησε μέχρι την αναχώρησή του για την Ελλάδα (1926). Στην Αθήνα ανέλαβε πολλαπλή και έντονη κοινωνική δράση: υπήρξε μέλος της Αρχαιολογικής Εταιρείας της Ελλάδας (ήδη από το 1919) και πρόεδρός της από το 1949 μέχρι τον θάνατό του· πρωταγωνίστησε στην Αλεξάνδρεια και στην Ελλάδα για τη διάδοση του προσκοπισμού, και πρωτοστάτησε στη δημιουργία του «Ναυτικού Ομίλου Ελλάδος» (1933)· σε συνεργασία με άλλους οικονομικούς παράγοντες ίδρυσε τον «Οργανισμό Ινστιτούτου Βάμβακος» (1931), ενίσχυσε τη δημιουργία του Ελληνοαμερικανικού Kολεγίου (1929), συμμετείχε στην ίδρυση του «Μπενακείου Φυτοπαθολογικού Ινστιτούτου» (1931) και ανέπτυξε πρωτοβουλία για την ίδρυση του «Ελληνοαιγυπτιακού Συνδέσμου» (1932).

Το επιβλητικό κτίριο του Μουσείου Μπενάκη (ίδρυση 1930) στεγάζει το προϊόν των συλλεκτικών ανησυχιών και επιτεύξεων του ιδρυτή του, κοσμώντας την πρωτεύουσα και παίζοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτιστική ζωή της χώρας μας.

Ανδρέας Συγγρός (Κωνσταντινούπολη 1830 – Αθήνα 1899)

Ο ΠΙΟ ισχυρός άνδρας της εποχής του, μετά τον βασιλιά Γεώργιο Α΄. Οι χαρακτηρισμοί «λωποδύτης φιλάνθρωπος» και «μέγας εθνικός ευεργέτης» αποτελούν τους ακραίους πόλους της προβληματικής σχέσης του Συγγρού με την ελληνική κοινωνία, αλλά και την ποικιλομορφία της πρόσληψης της δράσης του, καθώς ο Ανδρέας Συγγρός ενσάρκωσε μια νέα καπιταλιστική ηθική μέσα στο νεοελληνικό κράτος.

Γεννήθηκε στην Πόλη, αλλά πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Aνδρο και στη Σύρο. Πνεύμα ανήσυχο, εγκατέστησε τις χρηματοπιστωτικές δραστηριότητές του στην Πόλη και στην Αθήνα. Στην Πόλη συμμετείχε στην τραπεζική δραστηριότητα των ομογενών, συνεργαζόμενος με το ευρωπαϊκό τραπεζικό κεφάλαιο. Τα οικονομικά του ενδιαφέροντα απλώθηκαν στον χώρο της Οθωμανικής Aυτοκρατορίας, ενώ η Ελλάδα αποτέλεσε έναν νέο χώρο επενδύσεων στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Αποτελεί το σημαντικότερο παράδειγμα της ομάδας των Eλλήνων κεφαλαιούχων που στράφηκαν στο ελληνικό κράτος μετά το 1870. Oταν εγκαταστάθηκε στην ελληνική πρωτεύουσα (1872), είχε αποκρυσταλλώσει μια εντελώς διαφορετική επιχειρηματική λογική: αποφεύγοντας τις εμπορικές δραστηριότητες και τις επενδύσεις στη βιομηχανία, επιδόθηκε στον κρατικό δανεισμό και στις τραπεζικές εργασίες.

Εκείνη την εποχή η Ελλάδα ήταν ένα κράτος που, όπως τονίζουν οι μελετητές, «σαφώς υστερούσε σε επιχειρήσεις από την Ευρώπη, αλλά και από την Κωνσταντινούπολη ή τα οικονομικά κέντρα της Μαύρης Θάλασσας. […] Η αθηναϊκή αγορά λειτουργούσε με αργούς ρυθμούς και προσέφερε μεγάλα κέρδη σε εκείνους οι οποίοι, όπως ο Ανδρέας Συγγρός, γνώριζαν τα παιχνίδια των χρηματικών συναλλαγών και διέθεταν την ανάλογη τόλμη και επιχειρηματική ευστροφία». Ο ίδιος ομολογούσε ότι αιτία της επιχειρηματικής στροφής του στο ελληνικό κράτος ήταν η εκμετάλλευση «της νηπιώδους καταστάσεως των τραπεζικών και οικονομολογικών εν Ελλάδι». Η εμπλοκή του στα Λαυρεωτικά (1873) και τα τεράστια κέρδη του εις βάρος των αδαών μετόχων, προκάλεσαν τεράστιες αντιδράσεις και έντονες κριτικές. Aσχετες, τέλος, με τους οικονομικούς στόχους και τους τρόπους επίτευξής τους δεν ήταν οι επανειλημμένες εκλογές του στο βουλευτικό αξίωμα.

Το έργο του Συγγρού (ανέγερση του Δημοτικού Θεάτρου Αθηνών, των Φυλακών Συγγρού, του εργαστηρίου απόρων γυναικών, της νέας πτέρυγας του Ευαγγελισμού και του νοσοκομείου Συγγρού, ίδρυση Μουσείων Ολυμπίας και Δελφών κ.λπ.) παρόν στη νεοελληνική ιστορία, φωτίζει πτυχές του ευεργετισμού, σε συνδυασμό με την καχεξία και τις πελατειακές σχέσεις που προσδιόριζαν τη φυσιογνωμία του ελληνικού κράτους.

http://www.kathimerini.gr/

Want more of this? See these Posts:

  1. Επιστολή στον Ομπάμα για τα εθνικά θέματα Aπό τον συντονιστή Σ.Α.Ε. Περιφέρειας Η.Π.Α
  2. Αποχωρεί η ΕΔΕΚ από την κυβέρνηση στην Κύπρο – Ακολουθεί το ΔΗΚΟ – Αντιδρούν στις υποχωρήσεις
  3. Aπό τα Bαλκάνια και την Kεντρική Eυρώπη
  4. Ο Θ. Κασσίμης για την προσγείωση του αεροπλάνου της ΠΓΔΜ στην Κέρκυρα
  5. Δήμος Βεργίνας: Αδελφοποίηση με την Ελληνική Κοινότητα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου
Comments