Το μυστικό του τύμβου

 

Ο ασύλητος μακεδονικός τάφος της Πέλλας. Το μονοθάλαμο μνημείο με τα απέριττα διακοσμητικά στοιχεία και η μαρμάρινη σαρκοφάγος με τις ταινίες και τα κυμάτια.

Το μυστικό του τύμβου

 ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΦΑΚΛΑΡΗΣ | Κυριακή 25 Απριλίου 1999

Πανάρχαιο έθιμο επέβαλε στους αρχαίους Ελληνες την προτίμηση να θάβουν τους νεκρούς τους κατά μήκος των οδών που οδηγούσαν από την πόλη προς τις γειτονικές της.

Στη Μακεδονία παρακολουθούμε την πορεία της βασιλικής οδού, που οδηγούσε από την πρωτεύουσα της Μακεδονίας στη Θράκη και στο Βυζάντιο, ακολουθώντας τους τάφους που έχουν αποκαλυφθεί κατά μήκος της και ιδιαίτερα κοντά στις σημαντικές πόλεις Αιγαί (σημερινά Λευκάδια), Πέλλα, Θεσσαλονίκη, Αμφίπολις. Ιδιαίτερα ανατολικά και δυτικά της Πέλλας οι τύμβοι που καλύπτουν τάφους πλαισιώνουν εκατέρωθεν την αρχαία οδό η οποία ταυτίζεται με την σύγχρονη Εθνική οδό Θεσσαλονίκης-Εδέσσης. Οι τεχνητοί τύμβοι, τα εντυπωσιακά αυτά χωμάτινα μνημεία, εξακολουθούν να επιτελούν τον προορισμό τους, να διαιωνίζουν την ισχύ των άγνωστων σ’ εμάς, επιφανών κάποτε κατόχων τους, των οποίων η παρουσία διατηρείται ακόμη ως παρέμβαση στο οριζόντιο μακεδονικό τοπίο.

Το γεγονός αυτό έχει αποτελέσει κατά καιρούς σημαντικό εμπόδιο στις προγραμματισμένες διαπλατύνσεις κάποιων οδών και έγινε αιτία να οφείλεται στους χειριστές των εκσκαφέων ο εντοπισμός σημαντικότατων αρχαιολογικών ευρημάτων για τη Μακεδονία, όπως οι τάφοι του Δερβενίου. Στην Πέλλα, που ως πρωτεύουσα του μακεδονικού βασιλείου γνώρισε μεγάλη ακμή στα χρόνια των Διαδόχων και διαθέτει τα λαμπρότερα δείγματα οικιστικής αρχιτεκτονικής του ελλαδικού χώρου, θεωρούσαμε φυσικό να υπάρχουν τάφοι ανάλογης μεγαλοπρέπειας. Ο μόνος μακεδονικός τάφος που είχε βρεθεί όμως στην περιοχή κατά τα μέσα του προηγούμενου αιώνα είναι σήμερα χαμένος και ως το 1992 δεν είχε πραγματοποιηθεί ανασκαφή στους γνωστούς τύμβους ώστε να αποκαλυφθούν άλλοι. Παρά τις ανασκαφικές έρευνες στα νεκροταφεία της Πέλλας το περιζήτητο εύρημα ήρθε απροσδόκητα και τυχαία.


Τον Οκτώβριο του 1992, 4 χλμ. ανατολικά της αρχαίας Πέλλας, κατά τις εργασίες διαπλάτυνσης της οδού Θεσσαλονίκης-Εδέσσης, μηχανικός προωθητήρας που εκτελούσε οδικές εργασίες ήταν αυτός που εντόπισε και αποσφράγισε μετά από σχεδόν 2.200 χρόνια τον πρώτο γνωστό μακεδονικό τάφο της Πέλλας, ο οποίος μάλιστα ήταν ασύλητος. Ως τότε στη Μακεδονία είχαν βρεθεί πάνω από 80 τέτοιοι τάφοι, εκ των οποίων ασύλητοι μόνο τέσσερις: ένας κοντά στο Δίον, δύο της τελευταίας δεκαετίας του 4ου αι. π.Χ. στη Βεργίνα, που θεωρήθηκαν βασιλικοί, και ένας στην περιοχή της Πύδνας.

Τον τάφο ερεύνησε ο τότε προϊστάμενος της αντίστοιχης Εφορείας Αρχαιοτήτων δρ Παύλος Χρυσοστόμου και ευτυχήσαμε σε σύντομο χρονικό διάστημα να έχουμε στα χέρια μας τη δημοσίευση του μνημείου και του περιεχομένου του. Πρόκειται για μια καλαίσθητη έκδοση αντάξια της σημασίας του ευρήματος, με έγχρωμες και ασπρόμαυρες φωτογραφίες, σχέδια του τάφου και μερικών ευρημάτων και εκτενή μετάφραση στην αγγλική.

Αρχικά παρατίθενται εισαγωγικές πληροφορίες σχετικά με τους μακεδονικούς τάφους, τον ιδιάζοντα αυτόν τύπο υπόγειου μνημείου που απαντά στη Μακεδονία και σποραδικά σε άλλα σημεία του ελλαδικού χώρου. Ακολουθεί η συγκινητική εξιστόρηση της αποκάλυψης του τάφου και της καθόδου των αρχαιολόγων στο εσωτερικό του, και περιγράφεται η διερεύνηση αυτού και του περιβάλλοντος χώρου του. Στη συνέχεια παρατίθενται λεπτομερώς τα στοιχεία της αρχιτεκτονικής του τάφου και του διακόσμου του με ακριβείς και λιτές περιγραφές.

Πρόκειται για μεγαλοπρεπές μονοθάλαμο μνημείο με απέριττα διακοσμητικά στοιχεία. Στο εσωτερικό του δεσπόζει μαρμάρινη σαρκοφάγος διακοσμημένη με ταινίες και κυμάτια. Η μετακίνηση του καλύμματος της σαρκοφάγου αποκάλυψε το εντυπωσιακό περιεχόμενο που φύλαττε επί χιλιάδες χρόνια: τα καμένα οστά της νεκρής τυλιγμένα σε χρυσοπόρφυρο ύφασμα, από το οποίο σώζονταν ίχνη μόνο της πορφύρας, αλλά ένα πλήθος από τις χρυσές κλωστές που το κοσμούσαν. Μαζί, δύο χρυσά στεφάνια μυρτιάς και ένα χρυσό φύλλο ελιάς, στο οποίο πιθανότατα είχε αναγραφεί με μελάνι το όνομα της νεκρής, χαμένο σήμερα. Η αναγραφή ονόματος με μελάνι πάνω σε φύλλα ελιάς ονομαζόταν πεταλισμός στις Συρακούσες και εκφυλλοφορία στην Αθήνα, εφαρμοζόταν δε σε περιπτώσεις ψηφοφορίας για οστρακισμό. Σε διάφορους τάφους στη Μακεδονία και αλλού έχουν βρεθεί ανάλογα χρυσά φύλλα με στικτή ή εγχάρακτη επιγραφή με το όνομα των νεκρών, σ’ αυτή την περίπτωση όμως είχε χρησιμοποιηθεί μελάνι. Τον χαρώνειο οβολό αποτελούσε χρυσός στατήρ Φιλίππου Β’. Εκατέρωθεν της σαρκοφάγου είχαν τοποθετηθεί τα αντικείμενα που θα χρησιμοποιούσε η νεκρή στην υπόγεια κατοικία της: αντικείμενα καλλωπισμού, ποτήρια, λύχνος με τον σιδερένιο περίτεχνο λυχνοστάτη του κ.ά.

Το κείμενο ολοκληρώνεται με τη συνθετική εξέταση των επί μέρους δεδομένων, η οποία οδηγεί στην ένταξη του μνημείου στο ιστορικό, οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο των αρχών του 2ου αι. π.Χ. και στον προσδιορισμό της θέσης που του αντιστοιχεί στον μακρό κατάλογο των γνωστών μακεδονικών τάφων.

Η μελέτη αυτή χαρακτηρίζεται από την πείρα του ανασκαφέα στη μεθοδική διερεύνηση μακεδονικών τάφων, αφού ο ασύλητος τάφος αποτέλεσε μόνο την αρχή μιας σειράς άλλων πέντε, των οποίων η αποκάλυψη κρίθηκε αργότερα αναγκαία για λόγους προστασίας. Κάποιες ελλείψεις που υπάρχουν στο υποδειγματικό κατά τα άλλα έργο ­ π.χ. έλλειψη ειδικής φωτογραφίας και σχεδίου του σιδερένιου λυχνοστάτη, που αποτελεί σπάνιο εύρημα ­ μπορούν ενδεχομένως να δικαιολογηθούν από τα ασφυκτικά οικονομικά πλαίσια των επιστημονικών εκδόσεων. Τα οργανικά ευρήματα όμως του τάφου, ξύλινα και οστέινα, που είναι σημαντικότατα λόγω της σπανιότητας της διατήρησής τους στο ελληνικό έδαφος, ήταν απαραίτητο να φωτογραφηθούν και να σχεδιαστούν ιδιαιτέρως, ώστε να αξιοποιηθούν οι πληροφορίες που σώζουν και να καταγραφεί η κατάστασή τους, η οποία δεν γνωρίζω κατά πόσον είναι εφικτό να διατηρηθεί αμετάβλητη.

Επίσης, ορισμένες απόψεις που υιοθετεί απερίφραστα ο συγγραφέας βρίσκονται πλέον υπό αμφισβήτησιν (π.χ. ταύτιση Αιγών-Βεργίνας και χρονολόγηση της εμφάνισης των μακεδονικών τάφων στα μέσα του 4ου αι. π.Χ.). Η ουσία όμως είναι ότι μόνον έπαινοι οφείλονται στον ανασκαφέα, που κατόρθωσε μέσα σε συντομότατο χρονικό διάστημα να παρουσιάσει στην επιστημονική κοινότητα και στο ενδιαφερόμενο κοινό τα δεδομένα και τα συμπεράσματά του με την επιμέλεια που τον διακρίνει ως επιστήμονα. Η μελέτη αυτή προσθέτει αξιόλογα στοιχεία στις γνώσεις μας για τους μακεδονικούς τάφους, τα οποία ασφαλώς θα τύχουν πολλαπλής αξιοποίησης από τους ειδικούς. Ο τάφος πρόκειται σύντομα να γίνει επισκέψιμος για το κοινό και έτσι το βιβλίο αυτό απευθύνεται σε κάθε ενδιαφερόμενο, ειδικό και μη. Ευχή είναι να ακολουθήσουν με την ίδια ταχύτητα και επιμέλεια οι δημοσιεύσεις και των υπόλοιπων τάφων που αντανακλούν το μεγαλείο και την ακμή της μακεδονικής πρωτεύουσας και να ολοκληρωθούν οι εργασίες ανάδειξής τους.

Ο κ. Παναγιώτης Β. Φάκλαρης είναι αναπληρωτής καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Πηγή: To Βήμα

Related posts:

Want more of this? See these Posts:

  1. Αμφίπολη: Η «καρδιά» του τύμβου μπορεί να κρύβει απείραχτα μνημεία
  2. Τουρκία: «Προσπαθούμε από κοινού με την ΠΓΔΜ να ξεπεράσουμε το εμπόδιο του βέτο»
  3. ΗΠΑ: Διορισμός υπευθύνου για το κλείσιμο του Γκουαντάναμο
  4. Ο Εκπρόσωπος του ΛΑΟΣ για το θέμα των Σκοπίων
  5. Καναδάς – Διάλεξη του καθηγητή Στίβεν Μίλερ, με θέμα το αρχαίο στάδιο της Νεμέας
Comments