Οι πηγές της μεσοβυζαντινής περιόδου και η νεοπλασία «Σλάβοι-Μακεδόνες»

 
17.11.09


Οι πηγές της μεσοβυζαντινής περιόδου και η νεοπλασία «Σλάβοι-Μακεδόνες»

books Οι πηγές της μεσοβυζαντινής περιόδου και η νεοπλασία «Σλάβοι Μακεδόνες»
 
 
 
 
 
 
  
  
  
Από το blog:Μακεδονικά Χρονικά

Χρήστος Ζαχόπουλος

Από “Τα Βυζαντινά”, εκδ. ΜΙΚΡΟΣ IANOS, Θεσσαλονίκη 2007
 
 
H γλώσσα ως εκφραστικό όργανο συχνά υφίσταται διαστρεβλωτικές, εννοιολογικής υφής, επεμβάσεις, που αποσκοπούν στο να αποδυναμώσουν ή να προσαρμόσουν στα εκάστοτε συμφέροντα και επιδιώξεις το περιεχόμενο των λέξεων και των όρων, μεταβάλλοντάς το.
Κύριο χαρακτηριστικό των επεμβάσεων αυτών, άλλοτε πιο διακριτικών και έμμεσων και άλλοτε πιο βίαιων και άμεσων (ιδιαίτερα όταν προέρχονται από εξουσία ολοκληρωτική), είναι η δια της διαρκούς επανάληψης επιβολή του νέου περιεχομένου μιας λέξης.
Μια ανάλογη ακραία μορφή επέμβασης στη γλώσσα περιέγραψε ο G. Orwell με τη «Νέα Ομιλία» του καθεστώτος του «Μεγάλου Αδελφού»(1).
Ειδικότερα η ορολογία είναι, συχνά, δύσκολο να αποσυνδεθεί από προκαταλήψεις, ιδεολογικά κίνητρα και επιδιώξεις. Η εισαγωγή και καθιέρωση, αν θέλετε, του όρου «Βυζαντινός» αποτελεί το πρώτο διδακτικό παράδειγμα(2), ενώ η χρήση των όρων «Βόρειος Ήπειρος» ή «Νότια Αλβανία» για τον προσδιορισμό του ίδιου χώρου μας προσφέρει μία απόδειξη της διαχρονικότητας του προβλήματος.
Επισημαίνοντας, σχετικά, το πρόβλημα της βαθμιαίας καθιέρωσης παραπλανητικής ορολογίας -με απώτερους, διαφανείς, πολιτικούς σκοπούς -σε ό,τι αφορά τους όρους «Μακεδονία» – «Μακεδόνες», η κ. Μαρία Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου παρατηρεί: «Στα έργα που εκδίδονται στα Σκόπια και κυρίως στην «Ιστορία του Μακεδόνικου Έθνους» χρησιμοποιούν έντεχνα τους όρους άλλοτε Σλάβοι-Μακεδόνες και άλλοτε απλώς Μακεδόνες, ώστε να προκαλέσουν σύγχυση και τελικά -«ανεπαισθήτως», όπως θα έλεγε ο Καβάφης- να γίνουν αποδεκτοί οι όροι Μακεδονία – Μακεδόνες ως δηλωτικοί μιας χωριστής εθνότητας…», «ενώ», σημειώνει, «είναι όροι καθαρά γεωγραφικοί»(3).
Το πώς αυτή η προσπάθεια «ανεπαισθήτως» παρήγαγε κραυγαλέα αισθητά αποτελέσματα φαίνεται από τα παραδείγματα, τα οποία παρατίθενται στη συνέχεια:
α. «…Οι σλαβικές γλώσσες που χρησιμοποιήθηκαν στην ανατολική Μακεδονία το Μεσαίωνα είναι διάφορες: παλιά μακεδονική, παλιά βουλγαρική, παλιά σερβική και οι πιο πρόσφατες καταστάσεις τους αναμιγνύονται καθ’ όσο μπορούμε να κρίνουμε περί αυτών σύμφωνα με την τοπωνυμία…»(4). Από την άποψη αυτή, κατά την οποία η μακεδονική είναι (μαζί με τη βουλγαρική και τη σερβική) σλαβική γλώσσα, προκύπτουν τα εξής ερωτήματα:
πρώτον, τη βουλγαρική γλώσσα μιλούσαν οι Βούλγαροι, τη σερβική οι Σέρβοι, τη μακεδονική ποιοι; Δηλαδή, οι όροι βουλγαρική και σερβική παραπέμπουν σε συγκεκριμένες εθνικές ομάδες ή φύλα• ο όρος «μακεδονική», και μάλιστα παλιά, πού αντανακλά;
Δεύτερον, η μακεδονική ως διάλεκτος της αρχαίας ελληνικής, την οποία μιλούσαν οι αρχαίοι Μακεδόνες(5), πώς θα ονομάζεται πλέον; Η σύγχυση που προκύπτει από την αβασάνιστη εισαγωγή, αποδοχή και χρήση όρων- «πλασμάτων» του παρόντος για το παρελθόν(6) είναι προφανής.
β. «.. .Αν και Έλληνες, ο Κύριλλος (Κωνσταντίνος) και ο Μεθόδιος γνώριζαν τη Σλαβική γλώσσα που ομιλείτο στη Θεσσαλονίκη. Είτε αυτή ήταν Μακεδονική είτε Παλαιοβουλγαρική, ένα σημείο στο οποίο οι επιστήμονες έχουν διαφωνήσει, αυτή η γλώσσα ήταν τότε κατανοητή σ’ όλους τους Σλάβους, συμπεριλαμβάνοντας τους Τσέχους Μοραβούς…7)».
Στον κατηγορηματικό στη διατύπωσή του ισχυρισμό, πέραν της εύλογης απορίας που προκαλεί η απόλυτη βεβαιότητα περί σλαβικής γλώσσας ομιλούμενης στη Θεσσαλονίκη, πόλη-κέντρο ελληνικής παιδείας, γλώσσας και πολιτισμού(8), που αντιστάθηκε στις σλαβικές επιδρομές και όχι μόνο δεν εκσλαβίσθηκε(9), αλλά εξελλήνισε και εκχριστιάνισε(10), η χρήση του όρου Μακεδονική (με κεφαλαίο μ) για τον προσδιορισμό γλώσσας σλαβικής συμβάλλει στη σύγχυση που αναφέρθηκε προηγουμένως, καθώς και στην πρόκληση παραπλανητικών εντυπώσεων σε ό,τι αφορά τη γλώσσα που μιλούσαν οι Θεσσαλονικείς.
γ. «Συγγραφείς Βουλγαρικών ή Μακεδονικών έργων (Κλήμης Αχρίδος, Κωνσταντίνος Πρεσλάβας, Ιωάννης ο Έξαρχος, Κοσμάς ο Πρεσβύτερος) περιορίστηκαν κατά μέγα μέρος σε θρησκευτικά και φιλοσοφικά έργα. Σε κάθε περίπτωση σχεδόν… όφειλαν σημαντικό μέρος σε βυζαντινά πρότυπα. Αλλά η γλώσσα ήταν Παλιά Σλαβική…(11). Ήδη τα «Μακεδονικά» (υποτίθεται γεωγραφικός όρος) έργα παρατίθενται στα Βουλγαρικά (εθνικός-γλωσσικός όρος) και ο όρος «Μακεδονική» ταυτίζεται με την Παλαιοσλαβική, αυθαίρετα, διότι στη Μακεδονία ομιλείτο ευρύτατα η ελληνική, στην οποία γράφηκαν -και εξακολούθησαν να γράφονται- σαφώς πολυαριθμότερα έργα (βλ. και «γραμμή Jireček»).
δ. Η σύγχυση από την αυθαίρετη χρήση του όρου Μακεδονία αποκορυφώνεται στο παρακάτω παράδειγμα: «Ο Γερμανικός καθολικός κλήρος… πέτυχε να εκδιώξει τους συνεργάτες του Κυρίλλου και του Μεθοδίου από τη Μοραβία το 885, μετά το θάνατο του Μεθοδίου (ο Κύριλλος είχε πεθάνει το 869). Η ομάδα του Μεθοδίου έπειτα συνέχισε στις πρόσφατα εκχριστιανισμένες Βουλγαρία και Μακεδονία…»(12)! Το γεγονός ότι στη Μακεδονία και ειδικότερα στους Φιλίππους ο απόστολος Παύλος ίδρυσε την πρώτη αποστολική χριστιανική εκκλησία της Ευρώπης, ενώ στη Θεσσαλονίκη και τη Βέροια τις αμέσως επόμενες εκκλησίες επί ελληνικού εδάφους(13) στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ., όπως μαρτυρούν οι Πράξεις των Αποστόλων (κεφ. 16-17), οι επιστολές του προς Φιλιππησίους και Θεσσαλονικείς, οι πολυάριθμοι μάρτυρες των εκκλησιών αυτών(14), η πλούσια εκκλησιαστική χριστιανική παράδοση με την ύπαρξη, πλην της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, πολυάριθμων Επισκοπών και χριστιανικών κοινοτήτων, η συμμετοχή επισκόπων της Μακεδονίας στις Οικουμενικές και άλλες συνόδους(15), η ανέγερση λαμπρών χριστιανικών ναών στη Μακεδονία, η βάπτιση του Μεγ. Θεοδοσίου από τον Α(σ)χόλιο, η ίδια η αποστολή των Θεσσαλονικέων Κυρίλλου και Μεθοδίου για τον εκχριστιανισμό-εκπολιτισμό των Σλάβων παραβλέπονται και η Μακεδονία φέρεται να εκχριστιανίζεται προς το τέλος του 9ου αιώνος (!) όχι από πρόθεση, φρονούμε, αλλά από καταφανή σύγχυση περί τον όρο «Μακεδονία», οφειλόμενη εν πολλοίς στη μονοπώλησή του και στη διαστρεβλωτική χρησιμοποίησή του από την κομμουνιστικής εμπνεύσεως και ονοματοθεσίας «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας».
Πρόκειται για μια ακόμη συνέπεια, στο χώρο της επιστήμης αυτήν τη φορά, από την επέμβαση του πολιτικού ολοκληρωτισμού στην ιστορία, στη γεωγραφία, στη γλώσσα.
Στο πλαίσιο αυτό, όταν οι όροι «Μακεδονία», «Μακεδόνες», «μακεδονικός» αποδίδονται, με τάσεις μονοπώλησης, σε σλαβικά φύλα που επέδραμαν ή και εγκαταστάθηκαν σε τμήματα του βορρά της ελληνικής χερσονήσου και στην άμεση βαλκανική ενδοχώρα του, για να αφομοιωθούν στην συνέχεια, είναι επόμενο να καλλιεργείται η σύγχυση(16), δεδομένου ότι στη Μακεδονία κατοικούσε από αιώνων και εξακολουθούσε να κατοικεί το ελληνικό στοιχείο -που της έδωσε και το ιδιαίτερο φυλετικό όνομά του- και δεδομένου επίσης ότι στις πηγές οι όροι αυτοί έχουν ποικίλο περιεχόμενο, που μπορεί μεν να αναφέρεται στην ιστορική παράδοση, στη γεωγραφία (χώρο), στην πολιτική και εκκλησιαστική διοίκηση(17), αλλά ποτέ στους Σλάβους.
Έτσι σε τμήμα της νεότερης ιστοριογραφίας συναντώνται οι εξής επιτατικοί της σύγχυσης όροι:
α. Μακεδόνες Σλάβοι (ή Μακεδονο-Σλάβοι)(18), όπου το πρώτο λειτουργεί ως επίθετο•(19)
β. μακεδόνες Σλάβοι (ή μακεδονο-Σλάβοι), όπου το πρώτο λειτουργεί ως επίθετο(20)•
γ. Μακεδόνες (Μακεδόνες Σλάβοι) ως ουσιαστικό•(21)
δ. Μακεδόνες ως ουσιαστικό•(22)
ε. Σλάβοι μακεδόνες («μακεδονίτες») ως επίθετο•(23)
στ. Σλάβοι και Μακεδόνες, ως ουσιαστικό•(24)
ζ. Σλάβοι-Μακεδόνες, ως ουσιαστικό•(25)
η. σλαβικές μακεδονικές φυλές•(26)
θ. μακεδονικές σλαβικές φυλές•(27)
ι. φυλές των Μακεδόνων Σλάβων•(28)
ια. μακεδονικές ή Μακεδονικές φυλές•(29)
ιβ. μακεδονο-φυλετικά ονόματα•(30)
ιγ. σλαβική Μακεδονία•(31)
ιδ. Σκλαβηνία μακεδονική•(32)
ιε. μακεδονικες σκλαβηνίες•(33)
ιστ. μακεδονικές Σκλαβηνίες•(34)
ιζ. Μακεδονικές σκλαβηνίες•(35)
ιη. Μακεδονία συνώνυμο της Σκλαβηνίας•(36)
ιθ. Μακεδόνικος λαός ή μακεδόνικος πληθυσμός•(37)
κ. μακεδόνες Δρογουβίτες•(38)
κα. Μακεδόνες Βερζήτες•(39)
κβ. Μακεδόνες πρίγκιπες•(40)
κγ. μακεδονικό σλαβικό κράτος•(41)
κδ. Μακεδονική Αυτοκρατορία ή μακεδόνικο κράτος•(42)
κε. παλαιά μακεδονο-σλαβική γλώσσα•(43)
κστ. παλαιά σλαβική και μακεδονική λογοτεχνία•(44)
κζ. αρχαία παλαιομακεδονική λογοτεχνία•(45)
Πριν εξετασθεί η βασιμότητα αυτής της ασαφούς και συχνά αντιφατικής ορολογίας, χρήσιμη είναι η παρατήρηση ότι κατά συντριπτική πλειοψηφία αυτή χρησιμοποιείται από επιστήμονες της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Μεταξύ αυτών οι πλέον επιρρεπείς στη χρήση, εν προτάξει, του όρου «Μακεδόνες» με τη συνοδεία του δηλωτικού φυλής «Σλάβοι» ή χωρίς αυτό είναι οι προερχόμενοι από το νέο κρατικό μόρφωμα, που προέκυψε, από την πρώην γιουγκοσλαβική «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας», σε μία εμφανή προσπάθεια -κατευθυνόμενη από το κράτος- να δημιουργήσουν «μακεδονική» εθνική συνείδηση στον πολυεθνικό πληθυσμό της, για λόγους συνοχής.
Σημειώνεται πάντως ότι η συστηματική προσπάθειά τους να επιβάλουν μία συγκεκριμένη ορολογία, αλλά και η πολιτική διαμάχη με την προβολή διεκδικήσεων στη Μακεδονία στο πλαίσιο του Ανατολικού Ζητήματος από το τέλος του περασμένου αιώνα δεν άφησαν ανεπηρέαστους άλλους ιστορικούς(46).
Μια δεύτερη παρατήρηση είναι ότι στην προαναφερθείσα προσπάθειά τους οι εν λόγω ιστορικοί χρησιμοποιούν κατά κόρον το προσωνύμιο «Μακεδόνας» και το επίθετο «μακεδονικός» αντί των εκφράσεων «της Μακεδονίας» ή «στη Μακεδονία»(47).
Τα πρώτα όμως δε δηλώνουν μόνον τόπο, αλλά και γένος, καταγωγή. Αποδυναμώνοντας λοιπόν το τοπικό – γεωγραφικό περιεχόμενο μιας φράσης και ενισχύοντας αυτό της γενιάς, καταγωγής, προσπαθούν να το μετατρέψουν σε δηλωτικό έθνους(48), παραλείποντας βαθμιαία το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό (Σλάβοι). Δεδομένου όμως ότι οι ιστορικοί αυτοί χρησιμοποιούν τη συγκεκριμένη ορολογία, για να προσδιορίσουν σλαβικά φύλα στη μεσοβυζαντινή περίοδο, σκόπιμη είναι η εξέταση των πηγών, για να διαπιστωθεί, στο μέτρο του δυνατού, το περιεχόμενο των όρων «Μακεδονία», «Μακεδόνες», «μακεδονικός», το πώς αποκαλούν οι Βυζαντινοί τα φύλα αυτά και πώς αυτοπροσδιορίζονται εκείνα.
Διαπιστώνεται λοιπόν ότι οι πηγές χρησιμοποιούν τους όρους αυτούς αποδίδοντάς τους περιεχόμενο:
α. γεωγραφικό: «Τούτῳ τῷ ἔτει Κωνσταντῖνος τὰς κατὰ τὴν Μακεδονίαν Σκλαυινίας ᾐχμαλώτευσε καὶ τοὺς λοιποὺς ὑποχειρίους ἐποίησεν»(49). -«Τὸ δὲ νῦν εἰς θέματος τάξιν χρημάτιζαν Θεσσαλονίκη καὶ αὐτό Μακεδονίας μέρος τυγχάνει. Καὶ ἵνα μὴ λέγω τοὺς ἔξωθεν καὶ παλαιοὺς τοῦ τοιούτου μάρτυρας πράγματος, ἀξιόχρεως μάρτυς ὁ ἅγιος τοῦ Χριστοῦ ἀπόστολος Παῦλος Μακεδονίαν ταύτην ἀποκαλῶν- γράφει δ’ οὕτως• «παρόντος ἡμῖν Ἀριστάρχου Μακεδόνος Θεσσαλονικέως». Ἡ γὰρ Θεσσαλονίκη μητρόπολίς ἐστι τῆς Μακεδονίας. Ἀλλὰ καὶ Ἱεροκλῆς ὁ γραμματικὸς ἐν ταῖς μακεδονικαῖς αὐτὴν τέθεικε πόλεσιν(50)».
β. Μυθολογικό-ιστορικό: στην περίπτωση αυτή οι πηγές χρησιμοποιούν τους όρους αναφερόμενες αποκλειστικά και μόνο στη βυζαντινή και δη την ελληνική πλευρά. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος αναφέρεται στη μυθολογική-ιστορική παράδοση, που εντάσσει τους Μακεδόνες, ως ελληνικό φύλο, στον ελληνικό κόσμο: «Μακεδονία ἡ χώρα ὠνομάσθη ἀπὸ Μακεδόνας τοῦ Διὸς και Θυίας τῆς Δευκαλίωνος, ὥς φησιν Ἡσίοδος ὁ ποιητής…»(51)• «Οἱ δὲ τῆς Μακεδονίας βασιλεύσαντες ἀπογόνους ἑαυτοὺς Ἡρακλέους ὀνομάζουσιν…»(52). Στο πλαίσιο αυτό το προσωνύμιο Μακεδών χρησιμοποιείται και ως δηλωτικό-συνώνυμο της γενναιότητας Βυζαντινού στρατιώτη παραβαλλόμενου με τον Λεωνίδα, τον Καλλίμαχο και τον Κυνέγειρο(53), ενώ στον διάλογο «Τιμαρίων» τα Δημήτρια συνδέονται με τα Παναθήναια και τα Πανιώνια, εντασσόμενα έτσι στο εορτολόγιο και στην ιστορική συνέχεια του ελληνικού κόσμου(54). Η διάκριση του ελληνικού κόσμου από τους επιδρομείς Σλάβους είναι σαφής και δεν επιτρέπει παρερμηνείες: ο πολιούχος της Θεσσαλονίκης, μητροπόλεως της Μακεδονίας, άγιος Δημήτριος, πρωτεργάτης των νικών των Θεσσαλονικέων κατά των βαρβάρων, κοσμεί την Ελλάδα μ’ αυτές(55).
Ο Ιουστινιανός Β’ τοποθετεί Σκύθας αντί των Μακεδόνων για τη φύλαξη της κλεισούρας του Στρυμόνος(56). Στο α’ «βιβλίο» των θαυμάτων αγίου Δημητρίου ο αρχιεπίσκοπος Ιωάννης περιγράφοντας την αβαρο-σλαβική πολιορκία του 586 (ή 597) αναφέρει ότι ήταν τόσο πολλοί οι πολιορκητές -και ανάμεσά τους η θηριώδης των Σκλαβηνών φυλή- ώστε, αν συσσωρεύονταν στη Θεσσαλονίκη όλοι οι Μακεδόνες, οι Θεσσαλοί και οι Αχαιοί, θ’ ἀποτελούσαν μόνον ένα μικρό μέρος των βαρβάρων. Στο τέλος δε προσθέτει ότι αυτός που έτρεψε τους εχθρούς σε φυγή ήταν ο άγιος Δημήτριος, που έδωσε θάρρος στους Μακεδόνες(57). Ο πρωτοσπαθάριος Θεόκτιστος τον 9ο αιώνα με δύναμη Θρακών και Μακεδόνων καταπνίγει εξέγερση των Σκλάβων της Πελοποννήσου(58), ενώ ο Ανώνυμος στις Χρηστομάθειες από τα Γεωγραφικά του Στράβωνος σημειώνει ότι τη Μακεδονία «νέμονται Σκύθαι Σκλάβοι»(59).
Σε ό,τι αφορά τη γλώσσα, ο υπαρχηγός του Κούβερ Μαύρος, στο β’ βιβλίο των Θαυμάτων αγίου Δημητρίου γνωρίζει την «καθ’ ἡμᾶς» γλώσσα (ελληνική), την «Ρωμαίων» (λατινική), τη σλαβική και τη βουλγαρική(60).
γ. Διοικητικό-στρατιωτικό: στην περίπτωση αυτή δηλώνουν την επαρχία Μακεδονίας και τον πληθυσμό της, το θέμα Μακεδονίας και τον αξιωματούχο, τον στρατιώτη ή τον κάτοικό του(61).
δ. Εκκλησιαστικό-διοικητικό, που επηρεαζόταν βέβαια από την πολιτική διαίρεση σε επαρχίες, χωρίς ωστόσο να την ακολουθεί αυτόματα και απόλυτα(62).Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι το θέμα Μακεδονίας γεωγραφικά κάλυπτε κυρίως τη βόρεια και δυτική Θράκη και αρχικά πρέπει να έφθανε μέχρι τον Στρυμόνα(63), ενώ προφανώς λόγω παρετυμολογίας για την περιοχή Θεσσαλονίκης χρησιμοποιείται κάποτε το όνομα Θεσσαλία(64). Άλλοτε πάλι οι κάτοικοι της Μακεδονίας λόγω της υπαρχότητας του Ιλλυρικού αποκαλούνται Ιλλυριοί(65), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απωλέσθηκε το γεωγραφικό ή το ιστορικό περιεχόμενο των όρων Μακεδονία, Μακεδόνες(66).
Αναφερόμενες στα σλαβικά φύλα, τώρα, οι πηγές είναι σαφείς: αποκαλούν τους επήλυδες Σκλαβηνούς, Σκλαβίνους, Σκλάβους, Σκλαβησιάνους, Σθλαβησιάνους, Σκλαβογενείς, ανδράποδα Σκλαβόα (694-695), Σκύθες, βάρβαρον φυλήν(67) ή, εξειδικεύοντας, παραδίδουν το όνομα, με το οποίο εκείνοι αυτοπροσδιορίζονταν (Δρογουβίτες, Σαγουδάτοι, Βελεγεζήτες, Βερζήτες, Σμολεάνοι, Σεβέρεις, Βαϊουνήτες και, ίσως, Mηλιγγοί)(68) ή τους αποδίδουν όνομα σχετικό με τον άμεσο – «στενό» – τόπο εγκατάστασής τους (οι του Στρυμόνος, Ρυγχίνοι, πιθανόν από τον ποταμό Ρήχιο, Εζερίτες, από σλαβικό ουσιαστικό που σημαίνει λίμνη, έλος)(69) ή άλλη συμβατική ονομασία (επτά γενεαί)(70).Αντίστοιχα, οι περιοχές, στις οποίες εκείνοι εγκαταστάθηκαν, ονομάστηκαν Σκλαβηνίες ή Σκλαβηνά μέρη(71) ή έλαβαν το όνομά τους από το ιδιαίτερο όνομα του σλαβικού φύλου (Βερζιτία, Βελζητία, Βαγενετία, Δρουγουβιτία• αναφέρεται επίσης η Σουβδελιτία)(72).
Ονομασίες από αυτές χρησιμοποιεί το κρατικό και εκκλησιαστικό διοικητικό σύστημα. Έτσι, στο «Τακτικόν Escorial» περιλαμβάνεται και ο στρατηγός Δρουγουβιτείας, ενώ έχουν σωθεί μολυβδόβουλλα με ονόματα αξιωματούχων, όπως του Μιχαήλ Σκληρού, πρωτοπροέδρου και αναγραφέως Δρουγουβιτίας, Πέτρου Μόσχου, σπαθαροκανδιδάτου και άρχοντος Δρουγουβιτίας, και ενός βασιλικού πρωτοσπαθαρίου, κριτοῦ επί του Ιπποδρόμου και της Δρουγουβιτίας (το όνομά του είναι αβέβαιο)(73).
Στην εκκλησιαστική οργάνωση αναφέρονται οι επισκοπές Δρουγουβιτίας, Βελικείας και Σμολένων. Η πρώτη, τοποθετούμενη στη Ροδόπη, έλαβε μέρος μαζί με την επισκοπή Στρυμόνος στη σύνοδο του 879 για το ζήτημα του Φωτίου, ενώ ο μητροπολίτης Φιλιππουπόλεως έφερε τον τίτλο του εξάρχου Θράκης Δρουγουβιτίας. Στην «Διατύπωσιν» του Λέοντος ΣΤ’ (αρχές 10ου αιώνος), όμως, στις Επισκοπές της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης περιλαμβάνεται και Επισκοπή Δρουγουβιτίας(74). Όσον αφορά τις Επισκοπές Βελικείας και Σμολένων, αυτές υπάγονταν στη μητρόπολη Φιλίππων(75).Σχετικά με τον αυτοπροσδιορισμό των Σλάβων, εκτός από τα ονόματα των φυλών τους, ενδιαφέρουσες είναι μερικές ακόμη μαρτυρίες των βυζαντινών πηγών.
Κατά τα Θαύματα αγίου Δημητρίου ο «ρηξ» των Ρυγχίνων Περβούνδος ανακρινόμενος στη Βασιλεύουσα ομολογεί την πρόθεση του «… μηδέπω τοῦ λοιποῦ λόγον εἰρήνης θέσθαι, ἀλλὰ καὶ τὰ προσπαρακείμενα αὐτῷ πάντα ἔθνη συναθροίζειν καὶ διηνεκῶς πολεμεῖν… τὸν οἱονδήποτε χριστιανόν…» Στην εξέλιξη της υπόθεσής του, λοιπόν, μετά την εκτέλεσή του, «…τα των προαφηγηθέντων Σκλαβίνων έθνη… καθωπλίσαντο κατά της… Θεσσαλονικέων πόλεως…»(76). Ο Ιωάννης Καμενιάτης, με τη σειρά του, αναφέρει «…ἀμφιμίκτους τινας κώμας, ὧν αἱ μὲν πρὸς τῇ πόλει τελοῦσι, Δρουγουβῖταί τινες καὶ Σαγουδάτοι τὴν κλῆσιν ὀνομαζόμενοι…»(77). Διαπιστώνεται λοιπόν ότι οι όροι οι σχετικοί με τη Μακεδονία αφορούν, στη χρήση τους, μόνο τη βυζαντινή πλευρά. Οι Σλάβοι της εποχής στη Βαλκανική -και ειδικότερα στο γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας οι Δρουγουβίτες, Στρυμονίτες, Ρυγχίνοι, Σαγουδάτοι -αυτοπροσδιορίζονταν- και ετεροπροσδιορίζονταν- διαφορετικά και ουδείς τότε, Σκλαβήνος ή Βυζαντινός, διανοούνταν κάτι άλλο. Συνεπώς η χρησιμοποίηση των όρων «Μακεδονία», «Μακεδόνες», «μακεδονικός», για να δηλωθούν Σλάβοι, αποκλειστικά μάλιστα και σε αντιδιαστολή με τους Έλληνες και ευρύτερα τους Βυζαντινούς, πέραν της σύγχυσης που καλλιεργεί είναι εντελώς αυθαίρετη και δεν ερείδεται στις πηγές.
Η αυθαιρεσία αυτή κάποτε στηρίζεται σε χονδροειδείς απόπειρες παραποίησης των πηγών. Στο πλαίσιο αυτό η φράση «Σκλάβων Βουλγάρων» βυζαντινού εγγράφου(78) μετατρέπεται σε «Slavjani-Makedonci»(79) σε απ’ ευθείας, υποτίθεται, και εντός εισαγωγικών μεταφορά του εγγράφου. Άλλοτε πάλι επιχειρούνται επιστημονικές (;) και λογικές ακροβασίες του είδους «Σε μια αρμενική βιογραφία του 6ου αιώνα λέγεται ότι αυτήν την εποχή οι Μακεδόνες είχαν εποικήσει ολόκληρη τη Μακεδονία» ή του τύπου «Τα Μακεδόνικα φύλα τον 7ο αιώνα ήδη εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία, έτσι που εκείνη την εποχή η Μακεδονία έλαβε σλαβική εθνική όψη»(80). Για οποιονδήποτε στοιχειώδη γνώστη της Αρχαίας Ιστορίας και ειδικότερα της καθόδου των ελληνικών φύλων στη χερσόνησο, της παραμονής των αυθεντικών Μακεδόνων περί την Πίνδο και της μετέπειτα προώθησής τους στην περιοχή της σημερινής Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας πολλούς αιώνες πριν(81), η πρώτη άποψη αποτελεί μάλλον γραφικότητα, ενώ η δεύτερη μάλλον γρίφο, ως προς το πώς τα Μακεδόνικα φύλα προσέδωσαν σλαβική εθνική όψη στη Μακεδονία!
Αυθαίρετος επίσης είναι ο όρος «μακεδονικά φύλα», που χρησιμοποιείται για τη δήλωση των σλαβικών φύλων. Οι εισβολείς νεήλυδες δεν μπορούσαν να φέρουν το όνομα ενός αρχαίου ελληνικού φύλου, με το οποίο δεν είχαν καμία σχέση ή, προεξαγγελτικά, να αποκαλούνται με το όνομα μιας περιοχής, πριν καν εγκατασταθούν σ’ αυτήν. Άλλωστε ο κανόνας είναι να λαμβάνει ο χώρος την ονομασία του από τους ανθρώπους (εξ ου και Σκλαβηνίες, Δρουγουβιτία κ.τ.λ.) και όχι οι άνθρωποι από το χώρο• εκτός, εάν επρόκειτο για ομάδες χωρίς κανένα έρεισμα συνείδησης καταγωγής, συλλογικής μνήμης, θεσμών και πεποιθήσεων, που αφομοιώθηκαν αυτόματα, μόλις ήλθαν σ’ επαφή με τους Βυζαντινούς, ώστε να απαρνηθούν ή να λησμονήσουν τον «χθεσινό» εαυτό τους, σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Αυτό όμως δεν συμβαδίζει με τον προβαλλόμενο ισχυρισμό ότι οι Σλάβοι αφομοίωσαν τον «ιλλυρικό» εντόπιο πληθυσμό(82).Ο ισχυρισμός, επίσης, ότι «…από την εποχή της σλαβικής εισβολής, στον Θεοφάνη δεν βρίσκουμε το όνομα Μακεδονία αλλά ήδη το αντικαθιστά η Σκλαβηνία ως συνώνυμο…»(83) δεν ευσταθεί. Και τούτο, πρώτον διότι ο Θεοφάνης εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το όνομα Μακεδονία(84) και μάλιστα πολύ συχνότερα απ’ ό,τι προηγουμένως(85).
Δεύτερον, γιατί η Σκλαβηνία δεν ήταν μία, αλλά περισσότερες(86), χωρίς ενότητα και διάσπαρτες, η δε διατύπωση του Θεοφάνη είναι συνήθως αόριστη(87), ώστε η ταύτισή τους γεωγραφικά με τη Μακεδονία -και μόνο- να είναι απλή υπόθεση, που καταρρίπτεται από τις πληροφορίες άλλων πηγών(88). Άλλωστε και στον ίδιο τον Θεοφάνη το χωρίο «.. .τὰς κατὰ τὴν Μακεδονίαν Σκλαυινίας…», όπου αναφέρεται και η Μακεδονία παράλληλα με τις Σκλαβηνίες (πληθυντ.), αναιρεί τον ισχυρισμό αυτό.
Τρίτον, γιατί, αν εννοείται η Μακεδονία μόνο ως γεωγραφικός όρος, τότε ο χρονογράφος πώς θα εννοούσε τη Θεσσαλονίκη, στις πολλές αναφορές του(89), ή και τους Φιλίπους(90): ως εντός Σκλαβηνίας – συνωνύμου της Μακεδονίας ή εκτός Μακεδονίας- συνωνύμου της Σκλαβηνίας; Είναι προφανές, νομίζω, το αστήρικτο του ισχυρισμού. Είναι όμως ενδεικτικό ότι ο εμπρόθετος «κατά την Μακεδονίαν» έγινε επίθετο σε κάποιους ιστορικούς (Σκλαβηνία μακεδονική, μακεδονικές σκλαβηνίες, ή Μακεδονικές σκλαβηνίες), έτσι που ο όρος Σκλαβηνία, που δηλώνει φυλή, δια του συμφυρμού να τείνει να λάβει γεωγραφικό περιεχόμενο, ενώ το επίθετο μακεδονική -ές, πληθυσμιακό- φυλετικό. Η παραπλανητική λειτουργία του επιθέτου, αντί του εμπρόθετου, είναι προφανής.
Η χρησιμοποίηση, εξ άλλου, από έναν ιστορικό κύρους, όπως ο Οστρογκόρσκυ, του όρου «Μακεδονική Αυτοκρατορία» (βασίλειο, κράτος), για να δηλωθεί το κράτος του Σαμουήλ, και μάλιστα με κεφαλαία, σαν να πρόκειται για την επίσημη και προκύπτουσα από τις πηγές ονομασία(91), προκαλεί έκπληξη, ιδιαίτερα, όταν ο ίδιος σημειώνει ότι: «Το νέο κράτος, από πολιτική και εκκλησιαστική άποψη, αποτελούσε συνέχεια του κράτους του Συμεών και του Πέτρου και θεωρήθηκε τόσο από τον Σαμουήλ όσο και από τους Βυζαντινούς ως το βουλγαρικό κράτος γενικά(92).
Το επιχείρημα ότι το κράτος ήταν μακεδονικό, γιατί η Μακεδονία αποτέλεσε τον πραγματικό πυρήνα του(93), είναι ασθενές για πολλούς λόγους, ένας από τους οποίους είναι ότι βάσει της λογικής αυτής η κατά C. Mango «Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης» ή η κατά J.B. Bury «Ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» (ή «Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία») θα ‘πρεπε να αποκληθεί Θρακική ή Θρακομικρασιατική. Ένας δεύτερος λόγος είναι ότι τόσο ο ιδρυτής του εφήμερου αυτού κράτους όσο και οι αντίπαλοί του -και αυτό έχει σημασία- κάτι περισσότερο γνώριζαν και δεν το θεωρούσαν «μακεδονικό»(94). Το ίδιο, αν όχι περισσότερο, επισφαλής και αυθαίρετος είναι και ο όρος «Μακεδόνες πρίγκιπες».
Ας εξετάσουμε στη συνέχεια τους όρους «αρχαία παλαιομακεδονική λογοτεχνία» και «παλαιά μακεδονο-σλαβική γλώσσα»: κατ’ αρχήν η αρχαία μακεδονική γραμματεία ήταν ελληνική, το ίδιο και η βυζαντινή.
Το έργο του Αριστοτέλη, του Φιλίππου του Θεσσαλονικέως του Μακεδονίου Υπάτου, του Επιγόνου του Θεσσαλονικέως, του Αδαίου, του Παρμενίωνος, του Αντιφάνη, του Ποσειδίππου(95) και του Μαρσύα από την Πέλλα, του Αντιπάτρου του Θεσσαλονικέως, του Δαμαίου, του Αμερία, του σοφιστή Νικοστράτου, του Φιλίππου του Αμφιπολίτη, του Πολυαίνου, του Ιωάννη Στοβαίου, των συγγραφέων των Θαυμάτων αγίου Δημητρίου, του Ιωάννη Καμενιάτη, του Μιχαήλ Χούμνου, του Θεοφυλάκτου και του Βασιλείου Αχρίδος, του Ευσταθίου, του Θωμά Μαγίστρου, του Ματθαίου Βλαστάρη, του Κωνσταντίνου Αρμενοπούλου, του Δημητρίου Τρικλινίου, του Φιλοθέου Κοκκίνου, των Νείλου και Νικολάου Καβάσιλα, του Δημητρίου Κυδώνη και άλλων(96), όπως και το επιγραφικό υλικό στη Μακεδονία, αρχαίο και βυζαντινό(97), δεν έχει καμία σχέση σε παλαιότητα, ποιότητα, πρωτοτυπία, όγκο και γλώσσα με το, προϊόν μεταφράσεων, αρχικά, από τους Θεσσαλονικείς αδελφούς Κύριλλο και Μεθόδιο και τους μαθητές τους, σλαβικό γραμματειακό υλικό, που είναι σημαντικό ωστόσο για τη γραμματεία του σλαβικού κόσμου(98).
Αυτό τούτο το πρωτοποριακό εκπολιτιστικό έργο του Κωνσταντίνου-Κυρίλλου, της «μεγαλύτερης μορφής της Μακεδονίας από την εποχή του Αλεξάνδρου»(99) μαρτυρεί τη σπουδαία ελληνική πολιτισμική υποδομή της Μακεδονίας την εποχή εκείνη(100).
Η μακεδονική, πάλι, ήταν διάλεκτος της αρχαίας ελληνικής(101) και δεν είχε καμία σχέση με την παλαιοσλαβική, που πολλούς αιώνες αργότερα μιλούσαν τα σλαβικά φύλα. Για την αποφυγή συγχύσεων θα ‘πρεπε να αποφεύγεται η χρήση του όρου, έστω και ως πρώτου συνθετικού, για τη δήλωση σλαβικής γλώσσας για πολλούς λόγους:
πρώτον, διότι η ονομασία μιας γλώσσας δηλώνει εκείνους που την ομιλούν κι όχι γεωγραφικό χώρο•
δεύτερον, διότι στο συγκεκριμένο χώρο, τη Μακεδονία, ομιλούνταν προ πολλών αιώνων και συνέχισε να ομιλείται επί Βυζαντίου και έως σήμερα η ελληνική, συνεπώς ο όρος «μακεδονική» ως γεωγραφικός της ανήκει πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη γλώσσα. Τρίτον, διότι βάσει της αυθαίρετης άποψης, που βάπτισε αυτήν την παλαιοσλαβική και την εξέλιξή της «μακεδονική», θα ‘πρεπε η διάλεκτος που ομιλούσαν οι Βελεγεζήτες, παλαιοσλαβική και αυτή και ίδια, πιθανότατα, με των Δρουγουβιτών, να ονομασθεί «Θεσσαλική», των Μηλιγγών και των Εζεριτών «πελοποννησιακή», άλλων φύλων «δαρδανική», «δακική», «ιλλυρική», «θρακική», «μικρασιατική», κ.τ.λ.!
Ο παραλογισμός, η σύγχυση και η μη ενιαία μεθοδολογική αντιμετώπιση είναι προφανείς(102). Όσον αφορά τους σύνθετους όρους «Σλάβοι-Μακεδόνες» κ.τ.λ., η χρήση τους θέτει τα εξής προβλήματα:
1. Όσοι χρησιμοποιούν την ορολογία αυτή, χρησιμοποιούν αντίστοιχα τους όρους Ελληνο-Μακεδόνες η Βυζαντινο-Μακεδόνες, για να διακρίνουν τα σλαβικά φύλα από τους δεύτερους; Ουδείς το πράττει, μολονότι όλοι τώρα παραδέχονται ότι παρέμεινε μετά τις σλαβικές επιδρομές βυζαντινός και δη ελληνικός πληθυσμός κι όχι μόνο στις πόλεις. Εκτός εάν αυτοί οι ιστορικοί θεωρούν ως αυτονόητο, δεδομένο και μη χρήζον ιδιαίτερης μνείας το προσωνύμιο Μακεδόνες για τους Έλληνες της περιοχής, οπότε οφείλουν να το χρησιμοποιήσουν με περίσκεψη, ακριβώς, για να μη καλλιεργείται σύγχυση.
2. Χρησιμοποιούν μήπως, για να δηλώσουν άλλα σλαβικά φύλα αντίστοιχους όρους, όπως «Σλάβοι-Δάρδανοι», «Σλάβοι-Ιλλυριοί», «Σλάβοι-Μυσοί», «Σλάβοι-Δάκες», «Σλάβοι-Θεσσαλοί», «Σλάβοι-Πελοποννήσιοι», «Σλάβοι-Θράκες», «Σλάβοι-Βιθυνοί», ώστε να υπάρχει ενιαία μεθοδολογική αντιμετώπιση; Λίγοι το πράττουν, συνήθως επιλεκτικά σε ό,τι αφορά την ελληνική χερσόνησο(103), με ενίοτε παράδοξα αποτελέσματα: «Slowianom macedonskim i greckim» (!)(104). Μπορούμε εδώ να επαναλάβουμε τη γνώμη του P. Lemerle για ανάλογη ορολογία (Slaves Valaques, Slaves Roumains): «dénominations trompeuses et aeviter»(105).
3. Αυτή η σύνθεση δεν προκύπτει από τις πηγές. Το χρονικόν Πασχάλιον, π.χ. αναφέρει Συρομακεδόνας(106), ανώνυμο χρονικό του Άθω μνημονεύει Βλαχορηχίνους(107), ο Καμενιάτης αναφέρεται σε ἀμφιμίκτους κώμας Δρουγουβιτῶν και Σαγουδάτων(108), ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος σε Σκλάβους γείτονες των Γραικών(109), ο Θεοφάνης σε Γοτθογραίκους(110), ο Προκόπιος σε Ταυροσκύθας(111), αλλά «Σλάβους-Μακεδόνες» δεν συναντούμε πουθενά στις πηγές.
4. Αυτή η γενικευτική ορολογία μπορεί να καλλιεργήσει και μία άλλου είδους παραπλανητική εντύπωση και σύγχυση: παρουσιάζει τους Σλάβους, που διεσπάρησαν και στη Μακεδονία σαν κάτι ενιαίο, ενώ ήταν διασπασμένοι, και αγνοεί τα ονόματά τους που προκύπτουν από τις πηγές. Τοπικός προσδιορισμός -και πάντως όχι με τη μορφή του επιθέτου- θα ήταν νοητός, προς διάκριση από άλλα σλαβικά φύλα, μόνο αν δεν ήταν γνωστά τα ονόματά τους. Καταλήγουμε λοιπόν ότι για τον σαφή προσδιορισμό των σλαβικών φύλων, που εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία μετά τις σλαβικές επιδρομές των πρώτων δεκαετιών της μεσοβυζαντινής περιόδου, για να αφομοιωθούν στη συνέχεια, αρκούν τα ονόματά τους που διασώζουν οι πηγές, ενώ για την τοποθέτησή τους στο χώρο, αν είναι αναγκαία, επιβάλλεται προς αποφυγήν συγχύσεων και πλανών η γενική «της Μακεδονίας» ή ο εμπρόσθετος «στη Μακεδονία»(112).
Απορρίπτεται ως εντελώς αυθαίρετος και παραπλανητικός ο προσδιορισμός τους με το προσωνύμιο «Μακεδόνες» και τα παράγωγά του. Πόσο μάλλον, όταν την ελληνική ιστορική παράδοση -και δη τη μακεδονική- διαφυλάσσει με υπερηφάνεια ο βυζαντινός κόσμος και ιδιαίτερα ο ελληνισμός της Μακεδονίας(113). Η περίπτωση της αυθαίρετης και καταχρηστικής χρησιμοποίησης των όρων «Μακεδονία» – «Μακεδόνες», «μακεδονικός» ανακαλεί στη μνήμη τη θουκυδίδεια ρήση: «καὶ τὴν εἰωθυῖαν ἀξίωσιν των ὀνομάτων ἐς τὰ ἔργα ἀντήλλαξαν τῇ δικαιώσει»(114). Όπως όμως σημειώνει ένας σύγχρονος διανοητής: «Ἡ ἱστορία εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἐχθρὸς τῶν ἠθικῶν καὶ πνευματικῶν αὐθαιρεσιῶν. Μᾶς ἐμποδίζει νὰ ἑρμηνεύουμε τὶς λέξεις Η συνέχεια στο πολύ καλο:  http://echedoros-a.blogspot.com/2009/11/blog-post_958.html

Related posts:

Want more of this? See these Posts:

  1. Tην Ελληνικότητα της Θεσσαλονίκης την προσδιόρισαν οι ιστορικές πηγές και όχι οι διάφοροι Τρεμόπουλοι
  2. Πολιτική αστάθεια,αποσταθεροποίηση και έξαρση της κοινωνικής βίας προβλέπουν οι Αμερικανοί
  3. Aρχαίες πηγές από το μακρινό Κασμίρ : Nαι, οι Αρχαίοι Μακεδόνες ήταν Έλληνες !!
  4. Επιμένουν οι Σκοπιανοί … αλλά και η κυβέρνηση της Αυστραλίας
  5. Η Ελευθεροτυπία και οι Μακεδόνες της
Comments