Η Αρχαία Ζωγραφική στην Μακεδονία, του Μανόλη Ανδρόνικου

 

vergina sun history of macedoniacom Η Αρχαία Ζωγραφική στην Μακεδονία, του Μανόλη Ανδρόνικου

Του Μανόλη Ανδρόνικου,

25 Απριλίου 1965

ΟΛΑ τά εγχειρίδια τις ελλη­νικής τέχνης μάς πληροφο­ρούν ότι τά μνημεία τής αρ­χαίας ελληνικής ζωγραφικής έχουν καταστραφή σχεδόν ολοκληρωτικά. Οι Φιλολογικές μαρτυρίες, όσο πλούσιες κι αν εΐναι, δεν μπορούν νά προσφέρουν τίποτα άλλο από τήν γνώσι της μεγάλης άπωλείας. Ή αγγειογραφία μπορεί νά βεβαιώση -τη αριστοτεχνική έπίδοσι τών τεχνικών στο σχέδιο, δέν είναι ό­μως δυνατό ν’ αντίκαταστήση τίς μεγάλες ζωγραφι·κές συνθέσείς πού έχουν χαθή.  Μετάγενέστερες τοιχογραφίες των ρωμαϊκών πόλεων, όπως της Πομπηίας, πού μαρτυ­ρούν άδιαφιλονίκητα τις ελληνικές κι ελληνιστικές επιδράσεις, μας έπιτρέπουν νά μαντέψουμε πόσες κα­τακτήσεις είχε κάνει ή ζωγραφική στήν Ελλάδα, ομως ή χρονική τους απόσταση άπό τά ελληνικό πρότυπα είναι αρκετά μεγάλη και έτσι απομένει πάντοτε η αμφιβο­λία για τόν βαθμό της εξαρτήσε­ως καί γιά την διαφορά στήν ποι­ότητα τών έργων.

“Ομως ή αρχαιολογική έρευνα μέ επιμονή και μέθοδο προχωρεί ολοένα καί κατορθώνει νά μάς α­ποκάλυψη μνημεία που φωτίζουν σκοτεινές άλλοτε περιοχές τοΰ αρ­χαίου κόσμου. Ή Μακεδονία ήταν πάντοτε ένα ένδοξο όνομα της ύ­στερης ελληνικής ιστορίας, καταυγασμενο από την εκπληκτική λάμψι του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Λι­γοστές ομως ήταν οι γνώσεις μας τόσο για την ζωή των μακεδόνι­κων πόλεων, οπού βασσίλεψαν οί Πρόγονοι και ο’ι απόγονοι τοΰ μοναδικού κοσμοκράτωρα. όσο καί γιά τήν ζωή των πολλών άλλων ελληνικών πόλεων πού βρΐσκοντσν σέ όλα τά παράλια τοΰ βόρειου Αιγαίου. Δεν είναι πολλά χρόνια πού άρχισαν συστηματικές έρευνες σε όλες αυτές τίς περιοχές- βρι­σκόμαστε ακόμα στα πρώτα βή­ματα, άλλά τά αποτελέσματα εί­ναι κιόλας πολύ σημαντικά καί προπάντων μάς επιτρέπουν νά ελ­πίζουμε πώς σύντομα θά κατορ­θώσουμε ν’ άποκαλύψουμε άγνω­στες πτυχές τοΰ ελληνικού- κόσμου σέ μία περιοχή πού είχε πάντοτε ιδιαίτερη σημασία γιά την ιστορι­κή πορεία όλου του ελληνισμού Άπό τίς έρευνες αυτές πολλοί κλά­δοι της σπουδής της αρχαιότητος μπορούν ν’ αντλήσουν πολύτιμα στοιχεία. Νομίζω όμως πώς ή προσφορά είναι αληθινά μοναδική ώς τώρα στον τομέα τής ελληνι­κής ζωγραφικής. Πολυάριθμα ψηφι­δωτά, τοιχογραφίες καί παραστάσεις επάνω σέ μαρμάρινες επιφά­νειες έχουν άνακαλυφθή σέ διάφο­ρες θέσεις καί προσδέσουν πολύτι­μα υλικό γιά μελέτη.

Ένώ όμως τά ψηφιδωτά αποτε­λούνται άπό ένα στέρεο υλικό πού αντέχει στίς φυσικές κακώσεις, τά ζωγραφικά έργα είναι από τή φύση τους πολύ πιό Φθαρτά, έτσι  εξηγείται καί ή καθολική σχεδόν καταστροφή τους. Έν τούτοις στήν Μακεδονία έχουν βρεθή αρκετά καί σημαντικά δείγματα ζωγραφικής, τό ατύχημα μόνον είναι πώς μερι­κά άπ’ αυτά δεν μπόρεσαν νά δια­τηρηθούν υστέρα από την άποκάλυψί τους. “Ολα σχεδόν τά έργα ζωγραφικής προέρχονται άπό τά­φους, τους γνωστούς ώς μακεδονι­κούς, πού άποτελούνται από ένα θάλαμο καί συχνά καί άπό ένα προθάλαμο. καλύπτονται μέ μάρ­μαρα καί έχουν πρόσοψι ναόσχημη. Πολλοί τέτοιοι τάφοι έχουν άποκαλυφθή ώς σήμερα στή Μακεδονία. Σέ 4 άπ’ αυτούς σώθηκαν αξιόλογα ζωγραφικά έργα.

tafos verginas Η Αρχαία Ζωγραφική στην Μακεδονία, του Μανόλη Ανδρόνικου

Ο Τάφος της Βεργίνας που χρονολογείται με αρκετή ασφάλεια στις αρχές του 407 π.Χ. αιώνα είχε δύο ζωγραφιστές ζωφόρους, μία στην Ιωνική ζωφόρο του εξωτερικού και μιά δεύτερη στην ταινία που υπήρχε στον προθάλαμο κσί χώριζε τους κάθετους τοίχους από την καμάρα. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε καθαρή διακοσμητική χρηιμοποίησι τυτικών μοτίβων, γινομένη όμως με πολλή γνώσι, ευαισθησία και καλαισθησία. Χαίρεται ο θεατής τον πλούτο των χρωματιστών λουλουδιών που υποτάσσονται σ’ ένα χρωματικό και σχηματικό ρυθμό. Η τεχνική τους είναι της νωπογραφίας, αλλά  τα χρώματα έχουν πυκνότητα και ο καθηγητής Ρωμαίος που δημοσίευσε τον τάφο μιλεί για τέμπερα. Μέσα στον τάφο βρέθηκε ένας λαμπρός μαρμάρινος θρόνος με υπολείμματα λεπτοτάτης διακοσμήσεως. Στα δεξια πλευρά αυτού του θρόνου σώζεται σε μια μαρκόστενη ταινία χρωματιστή παράστασι με το γνωστό θέμα των γρυπών που σπαράζουν ελάφι. Τα χρώματα έχουντοποθετηθή με την εκαυστική μέθοδο και με τις αποχρώσεις τους προσπαθεί ο τεχνίττης ν’ αποδώση τον όγκο των σωμάτων. Ο καθηγητής Ρωμαίος παρατήρησε ό,τι η τοποθέτησι των δύο γρυπών από τις δύο πλευρές του ελαφιού σημαίνει την πρόθεσι του τεχνίτη να δείξη ό,τι το ελάφι είναι τοποθετημένο λοξά προς τον θεατή, με άλλα λόγια για να ανοίξη μια τρίτη διάστασι προς το βάθος.

tafos diou Η Αρχαία Ζωγραφική στην Μακεδονία, του Μανόλη Ανδρόνικου

Πολύ πιό σημαντική πρέπει νά ήταν ή διακόσμησι μιάς ζώνης τής μαρμάρινης κλίνης πού βρέθηκε μέ­σα στόν τάφο τού Δίου πού άνέσκαφε ό καθηγητής Σωτηριάδης. “Αν κρίνουμε άπό τήν άπόδοσι τών τμημάτων πού σώθηκαν, όπως έγινε στή δη·μοσίευσι του άνασκαφέως, μπορούμε νά διαπιστώσου­με ό,τι έχουμε μπροστά μας μίαν άληθινή ζωγραφική παράστασι μία λαμπρή άπόδοσι τών όγκων, μέ άξιόλογη κατοχή τών προοπτικών κανόνων, μέ δημιουργία αληθινού ζωγραφικού χώρου καί τέλος μέ την δραματική σύνθεσι μιάς μά­χης τή στιγμή τής πιό έντονης α­ναταραχής καί ορμής.

Το πρώτο αριστερά άλογο με τον Ιππέα που γέρνει μπροστά, καθώς συστρέφεται θυμίζει τα πολύ γνωστά άλογα του περίφημου ψηφιδωτού του Αλεξάνδρου της Πομπηίας και πρέπει ν’ ανληκη σε μια κοινή ζωγραφική παράδοσι. Δίπλα σ’ αυτό, το μεσαίο, ξέρουμε ώς τώρα και ονομάστηκε τάφος των Λευκαδιών , από το γειτονικό χωριό. το μοναδικό αυτό μνημείο έχει υποστή σοβαρή ζημία στην πρόσοψι και δεν έχει οριστικά στερεωθή.

Η πρόσοψι του τάφου εικονίζει διώροφο κτίριο. Στο κάτω μέρος υπάρχουν τέσσερις δωρικοί ημικίονες και δύι ακραίες παραστάδες. Επάνω σε τούτα τα στηρίγματα πατά το επιστύλιο. Ακολουθούν τα τρίγλυφα και οι μετόπες και το δωρικό γείσο. Επάνω από το γείσο υπάρχει μια συνεχής ζωφόρος  που την επιστέφει Ιωνικό γείσο. Επάνω απ’ αυτό υπάρχουν οι Ιωνικοί ημικίονες και δύο ακραίες παραστάδες και στα μετακιονιά τους ψευτοπαράθυρα ή ψευτοθύρες. Τ’ ανώτατο τμήμα της προσόψεως έχει καταστραφή, αλλά τα τεμάχια βρέθηκαν και μπορούν κάποτε ν’α αναστηλωθούν.

epitumbia stele vergina Η Αρχαία Ζωγραφική στην Μακεδονία, του Μανόλη Ανδρόνικου

Διακόσμησι είχε η ζωφόρος, οι μετόπες και τα μετακιόνια των δωρικών κιόνων. Στις μετόπες εικονίζεται κενταθρομαχία, ενώ στα τέσσερα μετακιόνια υπάρχουν οι κμορφές του νεκρού, του Ερμή, του Αιακού και του Ραδάμανθου. Στο μετακιόνιο αριστερά από την είσοδο εικονίζεται ο Ερμής με ερυθρό χιτώνα μπλε χλαμύδα και πέτασο στο κεφάλι , κρατά κηρύκειο στο αριστερό χέρι και με το δεξί απευθύνεται προς το νεκρό με μία κίνηση που είναι χαρακτηριστική του Ψυχοπομπού Ερμή, όπως έδειξε σ’ ένα πρόσφατο άρθρο της η κ. Καρούζου. Η ίδια παρατήρησε πολύ σωστά ότι η στάσι του θεού πρέπει να έχη την καταγωγή της σε γλυπτό πρότυπο έτσι αγαλμάτινη αληθινά είναι.

Ανάλογα αυστηρή και ευγενικιά είναι και η μορφή του νεκρού πολεμιστή, που βρίσκεται στο επόμενο μετοκνιο. Φορεί χιτώνα ερυθρό και επάνω σ’ αυτόν πανοπλία λευκή με βαρύ βυσσινί ζωστήρα και επώμια, επάνω από την οποία υπάρχει και χλαμύδα. Στο δεξί χέρι κρατεί το δόρυ και στο αριστερό ξίφος. Ο πολεμιστής αυτός θυμίζει κάπως έναν άλλον σύγχρονο του, από μια γραπτή στήλη της Αλεξάνδρειας. Εκείνος όμως είναι λιγώτερο βαρύς και επιβλητικός, μολονότι και οι δύο έχουν την ευλυγισία της πρώιμης ελληνιστικής τέχνης. Απέναντι στις δύο αυτές νεανικές μορφές που κρατούν ακόμη την παράδοσι του ιδεαλισμού  της κλασικής τέχνης, έχουμε στα δεξιά μετακιόνια τις ρεαλιστικές φυιογνωμίες των ηλικιωμένων κριτών του Άδη, του Αιακού και του Ραδάμανθυ. Αμέσως δεξιά από την πόρτα εικονίζεται ο Αιακός καθισμένος σ’ ένα κυβόσχημο κάθισμα. Το ιμάτιο του με χρώμα ώχρας, αφήνει ανοιχτό το στήθος του κατά 3/4 με το αριστερό του χέρι υψωμένο επάνω από το κεφάλι κρατεί την υψηλή βακτηρία του σε μια στάσι που θυμίζει κάπως το γνωστό επιτύμβιο ανάγλυφο της Νέας Υόρκης. Μόνο που στην τοιχογραφία με την αλλαγή του υψωμένου χεριού (αριστερό αντί δεξί) δημιουργείται εντελώς διαφορετική εντύπωσι, καθώς ο όγκος του υψωμένου χεριού πέφτει επάνω στο αριστερό πλευρό και ώμο.

Στο ακραίο μετακιόνιο εικονίζεται ο Ραδάμανθυς, όρθιος, με την βακτηρίαν, με λυγισμένο το δεξιό γόνατο, φορώντας ομοιόχρωμο σχεδόν με τον Αιακό ιμάτιο. Η στάσι του και η ρεαλιστική μορφή του θυμίζει τον ηλικιωμένον επί την βακτηρίαν της τοιχογραφίας της “Μακεδονικής Βασιλικής Οικογένειας” του Μποσκορεάλε που ανάγεται σε πρότυπο τους δευτέρου τετάροτυ του 3ου π.Χ. αιώνος. Οπωσδήποτε και οι δύο ατυές μορφές, δημιουργήματα των ελληνιστικών χρόνων έχουν ένα δυνατό ρεαλισμό και είναι δημιουργήματα μιάς τέχνης που θα προσφέρη τα πρότυπα όχι μονάχα στους Ρωμαίους, αλλά και στους μεταγενέστερους χριστιανούς τεχνίτες, που θα ζητήσουν σε τέτοιες μορφές μυθικές τις εικονογραφικές τους πηγές για τις απεικονίσεις προφητών και άλλων προσώπων της νέας θρησκείας.

Τό τελευταίο μνημείο πού θο μάς άπασχολήση προέρχεται και πάλι άπό την Βεργίνα. Βρέθηκε τό καλοκαίρι τοΰ 1962 καί δέν έ­χει γίνει ακόμη γνωστέ ούτε άπό τϊς σύντομες αρχαιολογικές είδησεις πού δημοσιεύονται στά επι­στημονικά περιοδικά. Πρόκειται γιά μιά ζωγραφιστή επιτύμβια στήλη πού είχε κομματιασθή καί Ριχθή μαζί μέ άλλα χώματα κατά τήν κατασκευή ενός τεραστίου τύμβου πού ανασκάπτουμε- δυο χρόνια τώρα μέ την ελπίδα πώς θά βρού­με κάποιον ελληνιστικό τάφο πού καλύπτει.

Στην στήλη εικονίζονται τρεις μορ­φές, μία γυναικεία καθιστή αριστερά, μία όρθια δεξιά και μία μικρότερης κόρης, όρθια ανάμεσα στις δύο. Στήν επάνω αριστερά γωνία διακρίνεται Εένα πλαίσιο παράθυρου. Άπό τίς τρεις σϋτές μορφές διατηρείταΐ  μία σέ καλή κατάσταση, ή δεξιά, καί μας επιτρέπει ν’ άξιολογήσου·με την όλη σύνθεσι. Όπως εΐναι γνωστό, τέτοιες ζωγραφιστές στήλες έχουν βρεθη πρίν από πολλά χρόνια στήν περιοχή τής αρχαίας Δημητριάδας και έκτίθονται· στό μουσεϊο Βόλου. Οϊ στήλες εκείνες θεωρήθηκανν πάντοτε ώς πολύτιμα δείγματα της αρχαίας ζωγραφικής καί εϊχε παρατηρηθή *ότι  ή ποιότητα της τέχνης τους δέν εΐναι πάντοτε αρ­κετά υψηλή.

Ή στήλη τής Βεργίνας όχι μονάχα μπορεί να συγκριθη μέ τίς καλύτερες της Δημητριάδας, άλλά είναι άναμφισβήτητα ανώτερη άπό όλες εκείνες. Βλέποντας τήν όρθια μορφή, πού οι εργάτες της ανασκαφής τήν ονόμασαν αμέσως Μαν­τόνα, φέρνει ο θεατής στό νού του τή Βρυσηίδα, άπό τήν γνωστή τοι­χογραφία της <Οϊκίας του τραγι­κού ποιητή» τής Πομπηίας, μέ τό χαμηλωμένο βλέμμα και τήν δειλά ευγενική στάσι, καί επιβεβαιώνει τήν γνώμη τών Ιστορικών τής τέ­χνης, πού πιστεύουν ότι η τοιχο­γραφία, πού χρονολογείται γύρω στό 70 μ.Χ,, άντιγράφει ελληνικό πρότυπο τών χρόνων του Μεγάλου ‘Αλεξάνβρον. Το πρότυπο της τοιχογραφίας ήταν ασφαλώς ένα πολύ σημαντικό έργο καί η σύγκριση  μ’ αυτό τής στήλης μάς άρκεΐ γιά νά τονίση τήν ποιότητα της.

[Αρχείο Σοφίας Φ.]

Related posts:

Want more of this? See these Posts:

  1. Το χρώμα στην αρχαία ελληνική ζωγραφική
  2. Μία ιστορική διαδρομή του χρυσού στην αρχαία Ελλάδα
  3. Η Οργάνωση του Αρχαίου Μακεδονικού Στρατού
  4. «Φτερά» έκαναν 60 αρχαία αντικείμενα στην Ελευσίνα
  5. Σπάνια Ομιλία του Κορυφαίου Ιστορικού N.G.L Hammond για τους Αρχαίους Μακεδόνες
Comments