1821 – Ο Αφανισμός των «Προσκυνημένων»

 

kolokotronis 1821   Ο Αφανισμός των «Προσκυνημένων»

Ο  Κολοκοτρώνης έφιππος με συνοδεία στρατού. Υπό Νικολάου Βερβέρη (Συλλογή Κουτλίδη)

Του Νίκου Ροτζώκου

Ως τις αρχές του 1825 η επανάσταση είχε πλέον επικρατήσει στρατιωτικά σε όλη σχεδόν την Πελοπόννησο. Ιδίως μετά τη σύντομη και καταστροφική εκστρατεία του Δράμαλη η Πελοπόννησος δεν γνώρισε κάποια σοβαρή και διαρκή οθωμανική απειλή και μετατράπηκε μάλλον σε πεδίο πολιτικών αντιπαραθέσεων και ένοπλων συγκρούσεων μεταξύ των επαναστατών. Ολα αυτά ως τη στιγμή που ο καλά οργανωμένος στρατός του Ιμπραήμ αποβιβάστηκε στη Μεσσηνία. Ο Ιμπραήμ κατέλαβε σύντομα τα σημαντικότερα στρατιωτικά κέντρα του Μοριά και περιόρισε τον ζωτικό χώρο της επανάστασης στη Μάνη και στο Ναύπλιο, προκαλώντας μεγάλες καταστροφές στις ανυπεράσπιστες επαρχίες της Κεντρικής και Δυτικής Πελοποννήσου. Η κατάσταση έγινε δυσμενέστερη μετά την πτώση του Μεσολογγίου, ενώ η έκβαση της πολιορκίας της Ακρόπολης θα έκρινε αν οι Οθωμανοί ανακτούσαν τον στρατιωτικό έλεγχο της Ρούμελης.

Τότε άρχισε να εκδηλώνεται ένα διογκούμενο κύμα δηλώσεων υποταγής οπλαρχηγών και κοινοτήτων, ιδίως στις πεδινές επαρχίες της Δυτικής Πελοποννήσου. Σε μια εποχή κατά την οποία η προοπτική για την ευνοϊκή ρύθμιση της ελληνικής υπόθεσης είχε αρχίσει να διαφαίνεται στην Ευρώπη, τα «προσκυνήματα» αποτελούσαν κίνδυνο εξίσου σημαντικό με εκείνον της στρατιωτικής ήττας. Απέναντι στην κατάσταση αυτή η ελληνική Διοίκηση υιοθέτησε το κολοκοτρωναίικο κέλευσμα «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους». Οι κοινότητες που είχαν αναγνωρίσει την οθωμανική εξουσία και είχαν αποκηρύξει τους επαναστάτες, αποφεύγοντας έτσι την απειλή του Ιμπραήμ, έπρεπε πλέον να αντιμετωπίσουν μια νέα απειλή, αυτήν της νεοπαγούς ελληνικής Διοίκησης. Χωριά λεηλατήθηκαν και κάηκαν, ενώ αρκετοί ήταν εκείνοι που θανατώθηκαν, πολλές φορές με τρόπο ακραίο όσο και παραδειγματικό.

Νά πώς παρουσιάζει την κατάσταση ο Ν. Σπηλιάδης στα Απομνημονεύματά του: «(…) τον εκρέμασαν εις

και ο Κολοκοτρώνης δηλώνει στα Απομνημονεύματά του: «Απλωσα τα στρατεύματα εις τα προσκυνημένα χωριά, και έκαμα διαταγές, ότι όγιο χωριό δεν γυρίσει πίσω είναι τα σπίτια του καημένα, τα αμπέλια τους καημένα, θα τους αφανίσω από το πρόσωπο της γης».
παραδειγματισμόν κατά τας Κατσιάνας εις την δημοσίαν επί τινός δένδρου, φέροντα επί του στήθους το επόμενον έγγραφον: Τέτοιον καταφρονεμένον θάνατον θα έχουν από τους Ελληνας όσοι επροσκύνησαν εις τον Ιμπραχίμ, και δεν μετανοήσουν να κινηθούν κατ’ αυτού άνδρες τε και γυναίκες. Τοιούτον θάνατον θα λάβουν και όσοι έχουν αυτό το άτιμον φρόνημα και δεν το αποβάλλουν». Παρομοίως και ο Κολοκοτρώνης δηλώνει στα Απομνημονεύματά του: «Απλωσα τα στρατεύματα εις τα προσκυνημένα χωριά, και έκαμα διαταγές, ότι όγιο χωριό δεν γυρίσει πίσω είναι τα σπίτια του καημένα, τα αμπέλια τους καημένα, θα τους αφανίσω από το πρόσωπο της γης».

Νίκη ή αφανισμός

Η πλειοδοσία στις απειλές βίας εμπόδισε την επέκταση του «προσκυνήματος». Επιπλέον μετά το Ναβαρίνο (1827) η Ευρώπη επέβαλε στην Πύλη τον τερματισμό των εχθροπραξιών και την αποχώρηση του Ιμπραήμ. Η επανάσταση είχε οριστικά επικρατήσει.

Η επικράτηση της επανάστασης και η ίδρυση του ελληνικού κράτους συνδέονται ασφαλώς με τις επιτυχίες στα πεδία των μαχών, αλλά και με τις ευνοϊκές για την ελληνική πλευρά εξελίξεις στον χώρο της διπλωματίας. Κυρίως όμως συνδέονται με την εδραίωση ενός νεωτερικού πολιτικού σχεδίου, που οργανώνεται βάσει των εθνικών ιδεών και εμπεδώνεται στη διάρκεια του Αγώνα: τη συγκρότηση δηλαδή των ιδεολογικοπολιτικών θεσμών που προσήκουν στο έθνος, στο όνομα του οποίου νομιμοποιείται ο επαναστατικός ξεσηκωμός.

Πρόκειται για έναν πόλεμο πρωτόγνωρο για τους πληθυσμούς που τον βιώνουν και τον διεξάγουν, ακόμη και όταν κάθε θετική προοπτική φαινόταν πλέον να έχει εκλείψει. Εναν πόλεμο με τις μέγιστες επιδιώξεις: καμία διαπραγμάτευση, νίκη ή αφανισμός. «Ελευθερία ή Θάνατος» ήταν το σύνθημα της επανάστασης, που βρήκε την ιδανική και μαρτυρική αποκορύφωσή του στο Μεσολόγγι. Το Μεσολόγγι υπήρξε η εναργέστερη ίσως εκδήλωση του εθνικού φρονήματος, στο όνομα του οποίου βεβαίως διεξαγόταν η εξέγερση ενάντια στον οθωμανό επικυρίαρχο.

naumaxia navarino 1821   Ο Αφανισμός των «Προσκυνημένων»

Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο)

Οι νέες ταυτότητες και μορφές κοινωνικής αλληλεγγύης που διαμορφώνονται το Εικοσιένα, για να οδηγήσουν τελικά στη δημιουργία του εθνικού κράτους, δοκιμάζονται όπου και όποτε η επανάσταση υποχωρεί. Η μάχη στο Πέτα (1822) στη Νότια Ηπειρο, η πτώση του Μεσολογγίου (1826) και του κάστρου των Αθηνών (1827) στη Ρούμελη και η εμπέδωση της εξουσίας του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο προκάλεσαν μαζικά «προσκυνήματα» κοινοτήτων και οπλαρχηγών. Σε πολλές περιπτώσεις «τουρκοπροσκυνημένες» κοινότητες και ένοπλοι δεν αποκόπτονται από τη Διοίκηση, ανταποκρινόμενοι συνήθως στη συγκυρία και στον συσχετισμό δυνάμεων.

Οι αποστάτες της επανάστασης

Τα «προσκυνήματα» των ενόπλων και των κοινοτήτων, φαινόμενο συνηθισμένο ιδιαίτερα στη Ρούμελη, αποτελούν εκφράσεις μιας «παραδοσιακής» πολιτικής κουλτούρας, που είχαν διαμορφωθεί κατά τη μακρά διάρκεια της οθωμανικής κατάκτησης και που τελικά εκβάλλουν στη συγκυρία της επανάστασης. Πρόκειται για την πολιτική κουλτούρα μιας κοινωνίας που δεν αντιστρατεύεται την προοπτική της επανάστασης, οδηγεί άλλωστε σε αυτήν. Ωστόσο η πολιτική αυτή αντίληψη δεν εξαντλεί με το δίλημμα «Ελευθερία ή Θάνατος» το εύρος των επιλογών της, επιλογών που διέπονται από τη λογική της οικονομίας των αγαθών και των ανθρώπων σε μια οριακή συνθήκη κρίσης όπως είναι η επανάσταση. Το «προσκύνημα», δηλαδή η επιστροφή στο προηγούμενο καθεστώς στις σχέσεις μουσουλμάνων και χριστιανών, συνιστά εναλλακτική διέξοδο από την κρίση με την εκ νέου αναγνώριση της νομιμότητας της οθωμανικής εξουσίας. Αυτό άλλωστε αποτυπώνεται στο τελετουργικό του «προσκυνήματος», καθώς και στο «ραΐ μπουγιουρντί», τη διακοίνωση με την οποία η εξουσία προσφέρει συγχώρηση για την «απονενοημένη» πράξη της επανάστασης.

Ετσι όμως ακυρώνεται προφανώς το ίδιο το επαναστατικό εγχείρημα. Ιδού η προειδοποίηση του Κολοκοτρώνη προς τη Διοίκηση, όπως μας πληροφορεί ο Σπηλιάδης: «Αν η Κυβέρνησις δεν λάβη πρόνοιαν, το κακόν της

Ο Αλ. Μαυροκορδάτος σε επιστολή του προς τους «προεστώτας και λοιπούς κατοίκους του Ξηρόμερου» υπενθυμίζει τα εξής: «Μόνοι σας εγνωρίσατε ότι με τους Τούρκους δεν ημπορείτε να συζήσετε και αποφασίσατε να αποθάνετε ενδόξως και όχι να σφαγήτε ανάνδρως. (...) Αν κάμετε διαφορετικά, ο στρατηγός σας έχει την άδειαν να μεταχειρισθεί όλην την δραστηριότητα φονεύων τους λιποτάκτας και απειθείς εις την φωνήν της πατρίδος, καίων τας κατοικίας των και παίρνων όλον το έχειν των διά το κοινόν».
υποταγής θα διαδοθή, και θα συνέλθωσιν οι προσκυνήσαντες με τον εχθρόν εις αυτήν την καθέδραν της Κυβερνήσεως, και τότε ποίων λαών πρόσωπον θα φέρετε;». Αν τα «προσκυνήματα» συνιστούν μια θεμιτή διέξοδο από την κρίση, υπό την απειλή έστω της καταστροφής και του αφανισμού, τότε δεν έχουν νόημα οι θυσίες που απαιτούνται για την ολοκλήρωση του επαναστατικού εγχειρήματος. Απαιτείται λοιπόν η καταδίκη και τιμωρία των «τουρκοπροσκυνημένων», η απαξίωση του «προσκυνήματος», δηλαδή των λογικών ενσωμάτωσης στο οθωμανικό πλαίσιο. Το πρόσταγμα «φωτιά και τσεκούρι» τίθεται έτσι στην υπηρεσία του έθνους. Ο Αλ. Μαυροκορδάτος σε επιστολή του προς τους «προεστώτας και λοιπούς κατοίκους του Ξηρόμερου» υπενθυμίζει τα εξής: «Μόνοι σας εγνωρίσατε ότι με τους Τούρκους δεν ημπορείτε να συζήσετε και αποφασίσατε να αποθάνετε ενδόξως και όχι να σφαγήτε ανάνδρως. (…) Αν κάμετε διαφορετικά, ο στρατηγός σας έχει την άδειαν να μεταχειρισθεί όλην την δραστηριότητα φονεύων τους λιποτάκτας και απειθείς εις την φωνήν της πατρίδος, καίων τας κατοικίας των και παίρνων όλον το έχειν των διά το κοινόν».

Πώς αντέδρασε η Διοίκηση

Το «προσκύνημα», ενέργεια αποδεκτή και νομιμοποιημένη στο οθωμανικό πλαίσιο, συνιστά απειλή για την επανάσταση. Για την αντιμετώπισή της, η Διοίκηση, που διεκδικούσε στο όνομα του έθνους το μονοπώλιο του δικαιώματος στην άσκηση της νόμιμης βίας, οργάνωσε την αντίδρασή της με τους εξής τρόπους:

Πρώτον, καταδίκασε τα «προσκυνήματα» με τυπικές, διοικητικές και πολιτικές πράξεις, που καθόριζαν τη θετική, ενδεδειγμένη και θετικά αξιοδοτημένη πολιτική συμπεριφορά.

Δεύτερον, με την απειλή και την άσκηση βίας. Η απειλή της «τιμωρίας» ισοσταθμίζει, κατά κάποιον τρόπο, την οθωμανική απειλή που οδηγεί στο «προσκύνημα». Ετσι οι κοινότητες βιώνουν μια πρωτόγνωρη και οριακή εμπειρία. Επανέρχονται στο καθεστώς του ραγιά, καθώς το «προσκύνημα» επιβεβαιώνει και διατηρεί τη διαφορά ανάμεσα σε κατακτημένους και κατακτητές. Ταυτόχρονα όμως βρίσκονται αποκομμένοι και από τους δικούς τους, καθώς η Διοίκηση τους έχει καταδικάσει ως «προδότες», αποβάλλοντάς τους από το «σώμα του έθνους».

Τρίτον, με τη συγχώρηση, την «άφεση αμαρτιών». Η επανάσταση κηρύσσεται ενώπιον Θεού και ανθρώπων. Ας μη λησμονούμε ότι ο πόλεμος είναι «εθνικός και ιερός». Με την ίδια λογική λοιπόν που οι νεκροί του Αγώνα εισέρχονται στο μαρτυρολόγιο του έθνους, οι «προσκυνημένοι» αποβάλλονται ως «αμαρτωλοί». Διαβάζουμε στον Σπηλιάδη: «Ο Καπετάν Γκολφίνος Λουμπιστιανός, περιπεσών ανοήτως εις το (…) ανοσιούργημα, την αισχράν και άτιμον υποταγήν προν τον Ιμπραχίμ, και γνωρίσας το μέγα αμάρτημα καθ’ ο προς το έθνος ήμαρτεν, εξομολογείται σήμερον την αμαρτίαν του έμπροσθεν αυτού, και διακηρύττων ενώπιον Θεού και ανθρώπων τον εαυτόν του όλως διόλου απομεμακρυσμένον της οποίας επρόσφερε δουλικήν υποταγής προς τον άσπονδον εχθρόν του Ελληνικού ονόματος, εξαιτείται θερμώς δι’ εγγράφου του (…) την συγγνώμην απάντων των ομογενών, υποσχόμενος να μη αποχωρισθή εις το εξής της ολομελείας του έθνους επ’ ουδεμία αιτία και περιστάσει. Η μετάνοιά του ούσα από συντριβήν καρδίας, γίνετε σήμερον δεκτή δι’ εμού από την μακροθυμίαν του έθνους».

Οπως η καταδίκη, έτσι και η συγχώρηση, συνιστούν εκδηλώσεις του ίδιου πράγματος: της πολιτικής κυριαρχίας της Διοίκησης στο πλαίσιο του έθνους. Αποτελούν έτσι προσδοκώμενες εκφάνσεις της άσκησης αυτής της κυριαρχίας, που ενσωματώνουν ωστόσο στοιχεία της παραδοσιακής πολιτικής κουλτούρας. Θεμελιώδες στοιχείο της τελευταίας ήταν ότι η νομιμοφροσύνη έπρεπε να αποδίδεται σύμφωνα με την αντίληψη των τότε ανθρώπων για τον συσχετισμό δυνάμεων. Ακόμη και έτσι όμως, η ίδια η ιδέα της συγχώρησης, της «άφεσης των αμαρτιών», αναδεικνύει τη Διοίκηση ως αποκλειστικό εκφραστή του εθνικού σώματος και, συνακόλουθα, ως μοναδικό φορέα της νέας πολιτικής νομιμότητας. Γι’ αυτό και η Διοίκηση φέρεται να παρέχει τη δυνατότητα στους «προσκυνημένους» να ανανήψουν, που σημαίνει να στέρξουν και πάλι την επανάσταση και να αναγνωρίσουν την ίδια ως νόμιμη αρχή του έθνους. Τόσο από την άποψη της πολιτικής ρητορείας λοιπόν όσο και από την άποψη της πολιτικής πρακτικής, μέσα στην επανάσταση συστήνεται ένα νέο κέντρο πολιτικής κυριαρχίας: η εθνική διοίκηση, που διεκδικεί τη νομιμοφροσύνη των μελών του εθνικού σώματος είτε με την πειθώ είτε με τη βία.

Ο κ. Νίκος Ροτζώκος είναι ιστορικός και διδάσκει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Πηγή: Το Βήμα

Related posts:

Want more of this? See these Posts:

  1. Η επανάσταση του 1821 και η συμμετοχή των Σερραίων
  2. Eμμανουήλ Παπάς, ο Σερραίος αρχιστράτηγος των Mακεδονικών δυνάμεων της Eλληνική Eπανάστασης του 1821.
  3. Η Ανιστόρητη Ιστορία του 1821
  4. Υπερπολύτεκνοι οι Αγωνιστές του 1821
  5. 1821 και Σκάι
Comments