“Τα Ταξίδια των Αρχαίων Ελλήνων” του Μανόλη Ανδρόνικου

 

arxaioi nautikoi Τα Ταξίδια των Αρχαίων Ελλήνων του Μανόλη Ανδρόνικου

Του ΜΑΝΟΛΗ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ

 “Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός είναι το μακρινό ταξίδι” – Γ. Σεφέρης

Ο ΑΠΟΙΚΙΣΜΟΣ αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια της αρχαίας ελληνικής ιστορίας των αρχαϊκών χρόνων. Τότε, από τον 8ο αιώνα και ύστερα, πολλές ελληνικές πόλεις της μητροπολιτικής Ελλά­δας στέλνουν αποίκους και ιδρύουν νέες ελληνικές πόλεις σε όλα σχεδόν τα παράλια της Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου, από τη χερσόνησο της Κριμαίας ως τις ακτές της Ισπανίας. Από το 750 π.Χ., που έχουμε και αρχαιολογικά βεβαιωμένη την παρουσία των Ελλή­νων στις Πιθηκούσες (τη σημερινή Ίσχια) και στις Συρακούσες, ως το 500 π.Χ., που αποικίζεται η Ίμορος και η Μεσημβρία, οι ‘Ελληνες έχουν ιδρύσει 138 αποικίες σε όλη αυτή την έκταση. Οι ιστορικοί, προσπαθούν να βρουν τους κοινωνικούς, οικονομι­κούς και πολιτικούς λόγους που προκάλεσαν αυτό το φαινόμενο και την απίστευτη μετακίνηση τόσων πληθυσμών. Επειδή σ’ ένα κείμενο μιας επιφυλλίδας δεν είναι εύκολο να προχωρήσει κανείς σε τόσο κρίσιμες αναζητήσεις, ούτε άλλωστε θα ήταν κα­τάλληλο ανάγνωσμα μιας εφημερίδας, θα ήθελα να σταθώ σε μιαν άλλη πλευρά του θέματος: την αγάπη του Έλληνα για το ταξίδι, όχι σπάνια το μακρινό. Δεν ξέρω αν «το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός είναι το μακρινό ταξίδι», όμως ξέρω πως οι παλαιοί πρόγονοι μας πολύ το αγαπούσαν και δεν τρόμαζαν από τις δυσκολίες και τους κινδύνους του.

Ενας πρώτος λόγος ήταν βέβαια η ελπίδα του κέρδους, το εμπόριο· άλλωστε η λέξη έμπορος κυριολεκτικά σημαίνει τον ταξιδιώτη. Αν θέλαμε ν’ αρχίσουμε την ιστορία των μακρινών ταξιδιών από τους μυθικούς χρόνους, θα λέγαμε πως δύο από τους πιο μεγάλους κυκλους των ελληνικών μύθων

Δεν ξέρω αν “το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός είναι το μακρινό ταξίδι”, όμως ξέρω πως οι παλαιοί  πρόγονοι μας πολύ το αγαπούσαν και δεν τρόμαζαν από τις δυσκολίες και τους κινδύνους του
ανάγονται σε μακρινά ταξίδια ο τρωικός πόλεμο; και η Αργοναυτική εκστρατεία. Ο πρώτος αρχίζει με το ταξίδι του ελληνικού στόλου από την Αυλίδα στην Τροία για να συμπληρωθεί με τις απίστευτες περιπέτειες του Οδυσσέα, που διασχίζει τα πέλαγα δέκα ολόκληρα χρόνια, προτού κατορθώσει να φτάσει σπίτι του. Ο δεύτερος είναι ακόμη πιο χαρακτηριστικά μια ταξιδιωτική περιπέτεια, που ξεκινά από τον Παγασητικό κόλπο για να φτάσει στις μακρινές ακτές της Κολχίδας στον Εύξεινο Πόντο- δεν είναι τυχαίο πως ο μύθος αποδίδει σε έναν από τους Αργοναύτες την ίδρυση της Κίου, μιας αποικίας στην Προποντίδα κοντά στα στενά του Βοσπόρου. Αφού φτάνει στην Κολχίδα και ο Ιάσων παίρνει το χρυσόμαλλο δέρας, αρχίζει το ταξίδι της επιστροφής. Η Αργώ μπαίνει στο Δούναβη, φτάνει στην Αδριατική, από ‘κει στη χώρα των Κελτών και ξαναπαίρνει το δρόμο της επιστροφής που είναι γεμάτος περιπέτειες.

Οσο κι αν είναι πιθανό μέσα στις μυθικές αυτές ιστορίες να υπάρχουν στοιχεία από πραγματικές θαλασσινές εμπειρίες των πρώιμων χρόνων, δεν θα μπορούσε να στηριχθεί κανείς σ’ αυτές για να αντλήσει πληροφορίες για τα ταξίδια των Ελλήνων στους αρχαιοτάτους χρόνους. Ωστόσο θα ήταν παράλογο να υποθέσουμε πως, όταν οι ελληνικές πόλεις αποφάσιζαν να ιδρύσουν μιαν αποικία, ξεκινούσαν στο άγνωστο, χωρίς να γνωρίζουν ούτε τον τελικό προορισμό τους ούτε την πορεία του ταξιδιού τους. Και βέβαια τις πληροφορίες για όλες αυτές τις μακρινές ακτές πρέπει να είχαν από κάποιους τολμηρούς θαλασσοπόρους που είχαν φτάσει πριν απ’ αυτούς στις ακτές του άγνωστου ακόμα κόσμου της Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου. Είναι πολύ χαρακτηριστική η διήγηση του Ηρόδοτου για την ίδρυση της Κυρήνης. ‘Οταν η Πυθία έδωσε εντολή στους κατοίκους της Θήρας να χτίσουν πύλη στη Λιβύη, αυτοί δεν πραγματοποίησαν τον χρησμό «ούτε Λιβύην ειδότες όκου γης είη ούτε τολμώντες ες αφανές χρήμα απόστελλειν αποκίην»(γιατί ούτε πού ήταν η Λιβύη ήξεραν ούτε τολμούσαν να στείλουν αποικία σε μιαν άγνωστη χώρα). Όταν ο θεός τους τιμώρησε γι’ αυτό, έστειλαν ανθρώπους στην Κρήτη να μάθουν αν ήξερε κανείς τη Λιβύη. Βρέθηκε πραγματικά κάποιος Κορώβιος, που κάπο­τε οι άνεμοι τον έριξαν στη Λιβύη- αυτός τους οδήγησε εκεί και ίδρυσαν την αποικία που είχε προστάξει το μαντείο των Δελφών.

Όμως ο Ηρόδοτος, με την απαράμιλλη αφηγηματι­κή του ικανότητα, συμπλέκει την ιστορία αυτή με

Αν θέλαμε νἀ αρχίσουμε την ιστορία των ταξιδιών από τους μυθικούς χρόνους, θα λέγαμε πως δύο από τους πιο μεγάλους κύκλους των Ελληνικών μύθων ανάγονται σε μακρινά ταξίδια; ο τρωικός πόλεμος και η αργοναυτική εκστρατεία
μιαν άλλη, που έχει πολύ ενδιαφέρον για μας. Την ιστορία ενός Σαμιώτη καπετάνιου, του Κωλαίου. Αυτόν οι άνεμοι τον οδήγησαν ως τις Ηράκλειες στήλες, δηλαδή τα στενά τον Γιβραλτάρ, τις οποίες πέρασε, βγήκε στον Ατλαντικό ωκεανό και έφτασε στην Ταρτησσό, στη νοτιοδυτική ακτή της Ισπανίας Εκείνα τα χρόνια, που πρέπει να ήταν γύρω στα 638 π ,Χ., κανείς δεν γνώριζε αυτή την περιοχή, μας λέει ο Ηρόδοτος. Έτσι ο Κωλαίος με το φορτίο που φόρτωσε στο καράβι του, που πρέπει να ήταν ασήμι και χαλκός, κέρδισε φτάνοντας στην πατρίδα του, όσα κανένας έμπορος απ’ όσους ξέρουμε, λέει ο Ηρόδοτος, εκτός από τον Σώστρατο τον Αιγινήτη. Από τη δεκάτη των κερδών, που ήταν έξι τάλαντα, οι Σαμιώτες κατασκεύασαν έναν τεράστιο μπρούντζινο κρατήρα που τον αφιέρωσαν στο Ηραίο.

 Αλλά δεν ήταν μονάχα το κέρδος και το εμπόριο που οδηγούσε τους ‘Ελληνες στο μακρινό ταξίδι. Για μιαν ακόμη ο Ηρόδοτος αποτελεί για μας τον καλύτερο πληροφοριοδότη. ‘Όταν ο Σόλων στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. τελείωσε το πολιτικό του έργο στην Αθήνα με την περίφημη αγροτική του νομοθε­σία, ξεκίνησε για ένα μακρινό ταξίδι, έφτασε στην Αίγυπτο, πέρασε στην Κύπρο και τέλος βρέθηκε σης Σάρδεις στην αυλή του ξακουστού για τον πλούτο του βασιλιά της Λυδίας, του Κροίσου. Αυτός, αφού του έκανε επίδειξη των θησαυρών του, του είπε: «Ξένε Αθηναίε, παρ’ ημέας γαρ περί σε ο λόγος απίκται πολλός και σοφίης [είνεκεν] της σης και πλάνης, ως φιλοσοφέων γην πολλήν θεωρίης είνεκεν επελήλυθας» (Ξένε Αθηναίε, έφτασε ως εμάς η μεγάλη φήμη σου τόσο για τη σοφία σου. όσο και για τα ταξίδια σου, πως ζητώντας να μάθεις έχεις γυρίσει σε πολλά μέρη της «6εωρίης είνεκεν»). Αυτός λοιπόν ο λόγος, η «θεωρία», να δει κανείς καινούρια πράματα και τόπους και ανθρώπους, για να πλουτίσει τι; γνώσεις του (φιλοσόφων), είναι μια δεύτερη και καίρια αιτία που σπρώχνει τους αρχαίους ‘Ελληνες στα ταξίδια. Και είναι ο λόγος αυτό; ένα κίνητρο ιδιαίτερα ελληνικό, που ερμηνεύει και την ανάπτυξη της ελληνικής επιστήμης, αλλά και γενικότερα της πνευματική; ζωής στην αρχαία Ελλάδα.

 Ό,τι όμως μας ιστορεί ο Ηρόδοτος για τον Σόλωνα ισχύει πολύ περισσότερο για τον ίδιον, που υπήρξε πραγματικά ένας άνθρωπος «πολύπλαγκτος», αφού ξεκίνησε από τη γενέτειρα του Αλικαρνασσό, έζησε στην Αθήνα και τελικά έγινε πολίτης της αθηναϊκής αποικίας των θουρίων (444/3 π.Χ.) στην κάτω Ιταλία, όπου ίσως και πέθανε. Αν αυτό τα ταξίδια του τα επέβαλε η ζωή και οι ανωμαλίες των ιστορικών συνθηκών, κάποια άλλα μακρινά και πολύ σημαντικά τα έκανε «θεωρίης είνεκεν» και «φιλοσοφέων». Δύο είναι τα πιο μεγάλα: το ένα τον έφερε στην Αίγυπτο, άπου έμεινε τέσσερις περίπου μήνες, κι από εκεί στη Φοινίκη και στη Μεσοποταμία, και το άλλο στη Σκυθία. στη νότια Ρωσία, όπου εγκαταστάθηκε πιθανότατα στην Όλβια, για να εξερευνήσει τη χώρα των Σκυθών. Και αν από την Αίγυπτο οι πληροφορίες του δεν είναι μοναδικές, όσα μας ιστορεί για τους Σκύθες αποτελούν τα μοναδικά γραπτά στοιχεία που διαθέτουμε για τον μεγάλο αυτό λαό που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην Ιστορία.

Ολότελα διαφορετικοί λόγοι οδήγησαν έναν μεγάλο Αθηναίο φιλόσοφο σε τρία μακρινά ταξίδια. Ο

θα ήταν παράλογο να υποθέσουμε πως, όταν οι Ελληνικές πόλεις αποφάσιζαν να ιδρύσουν μιαν αποκία, ξεκινούσαν στο άγνωστο, χωρίς να γνωρίζουν ούτε τον τελικό προορισμό τους ούτε την πορεία του ταξιδιού τους. Και βέβαια τις πληροφορίες για όλες αυτές τις μακρινές ακτές πρέπει να είχαν από κάποιους τολμηρούς θαλασσοπόρους
Πλάτων, όχι «θεωρίης είνεκεν», αλλά, αντίθετα, «πράξεων είνεκεν», πήγε τρεις φορές στη Σικελία, ελπίζοντας πως θα κατορθώσει να πραγματώσει το όνειρο της ιδανικής πολιτείας, πείθοντας τους κυβερνήτες να φιλοσοφήσουν, αφού βέβαια δεν ήταν δυνατό να κυβερνήσουν οι φιλόσοφοι. Προτού όμως πάει στη Σικελία είχε ταξιδεύει στον Τάραντα της νότια; Γαλλίας «θεωρίης είνεκεν», για να συναντήσει τον Αρχύτα, τον ονομαστό πυθαγόρειο φιλόσοφο.

Το πρώτο ταξίδι στη Σικελία πρέπει να έγινε το 390 ή 389 π.Χ. Τότε τις Συρακούσες κυβερνούσε ο νέος τύραννος Διονύσιος ο Α* που είχε ελευθερώσει τους Έλληνες της Σικελίας από τον κίνδυνο των Καρχηδο­νίων και έκανε την πόλη του τη σπουδαιότερη της Σικελία;. Οι ελπίδες του Πλάτωνα να τον επηρεάσει αποδείχθηκαν μάταιες· τελικό ο Διονύσιος επιβίβα­σε τον Πλάτωνα σ’ ένα πλοίο που τον έβγαλε στην Αίγινα, εμπόλεμη τότε με την Αθήνα. Ο φιλόσοφος κινδύνευσε να πουληθεί ως δούλος αν δεν βρισκόταν κάποιος Κυρηναίος να πληρώσει τα λύτρα και να ελευθερωθεί Όμως cm; Συρακούσες ο Πλάτωνας γνώρισε τον γαμπρό του Διονυσίου, τον Διώνα. που έγινε ο πιο στενός και αγαπημένος του μαθητής. Έτσι, όταν στα 367 π.Χ. ο γιος του Διονυσίου του Α’ διαδέχθηκε τον πατέρα του, ο Δίων, όλος ενθουσια­σμό, παρακινεί τον Πλάτωνα να ξαναπάει στις Συρακούσες με την ελπίδα πως ο νεαρός Διονύσιος Β’ θα ακολουθήσει στη διακυβέρνησή του τις συμβουλές του φιλοσόφου, όπως άλλωστε υποσχόταν. Πραγμα­τικά το 366 π.Χ. ο Πλάτωνας φτάνει στη Σικελία, όπου τον υποδέχονται πανηγυρικά. Όμως οι αυλικοί του τυράννου διέβαλαν τον Δίωνα, που εξορίστηκε, ενώ ο Πλάτων έμεινε σε πολύ δύσκολη θέση, ώσπου κατόρθωσε να ξαναγυρίσει στην Αθήνα τον επόμενο χρόνο. Ύστερα από τέσσερα χρόνια ο Διονύσιος παρακάλεσε τον Πλάτωνα να ξαναπάει σης Συρα­κούσες, λέγοντας πως ο πόθος του για τη φιλοσοφία ήταν μεγάλος και δίνοντας υποσχέσεις που έπεισαν τον φιλόσοφο να επιχειρήσει για μιαν ακόμη φορά το μακρινό ταξίδι, μολονότι και η ηλικία του ήταν πια πολύ προχωρημένη. Στην απόφασή του τον επηρέασε και ο Δίων, που ήλπιζε πως μπορούσαν να αλλάξουν τα πράγματα στην πατρίδα τον. Έτσι το 361 π Χ. ο Διονύσιος έστειλε τριήρη στην Αθήνα και παρέλαβε τον Πλάτωνα. Όμως το αποτέλεσμα αυτού του ταξιδιού ήταν ακόμη χειρότερο. Σε λίγο καιρό ο τύραννος συγκρούσθηκε με τον φιλόσοφο και ουσιαστικά τον φυλάκισε. Μόνο με την απειλή του Αρχύτα και των Ταραντίνων πως θα του κηρύξουν τον πόλεμο πείσθηκε ο Διονύσιος να επιτρέψει στον Πλάτωνα να γυρίσει στην Αθήνα. Η μεγάλη περιπέτεια των τριών ταξιδιών είχε άδοξο τέλος.

Αν ο χώρος το επέτρεπε θα μπορούσαμε να μνημονεύσουμε τέτοια μακρινό ταξίδια πολλών γνωστών προσώπων της αρχαιότητας. Περιορίζομαι να πω πως όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες ταξίδευαν συνεχώς από πόλη σε πόλη για να εκτελέσουν τις παραγγελίες που έπαιρναν. Το ταξίδι γι αυτούς ήταν τρόπος ζωής.

 [Αρχείο Σοφίας Φ.]

Related posts:

Want more of this? See these Posts:

  1. Το πουγκί των αρχαίων Μακεδόνων
  2. Απόγονοι των αρχαίων Ιώνων οι …Τούρκοι
  3. Πολύτιμα ταφικά σύνολα από την αγορά των αρχαίων Αιγών
  4. Το παζλ των αρχαίων παπύρων
  5. Πτυχές από τη ζωή των αρχαίων Μακεδόνων
Comments