Η πολιτική της σιωπής και ο αδιάλλακτος γείτονας

Πολλά έχουν γραφεί για την τροχιά που ακολούθησε το λεγόμενο «Μακεδονικό ζήτημα» μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, το 1991. Ωστόσο ελάχιστα έχουν γραφεί, και αυτά μάλλον ελλειπτικά και αποσπασματικά, για την περίοδο που προηγήθηκε της βαλκανικής κρίσης η οποία οδήγησε στην ανεξαρτησία του κράτους αυτού. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το ανωτέρω έργο του Γεωργίου Καλπαδάκη, αριστούχου διδάκτορος του Πανεπιστημίου Αθηνών και διδάσκοντος στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.

Επίκαιρο λόγω των προσφάτων εμπλοκών, και πάλι, του ζητήματος αυτού και των στενών περιθωρίων που διαθέτει η χώρα για την εξεύρεση λύσεως, προσθέτει πολλές άγνωστες παραμέτρους στη διαχρονική εξέλιξη του θέματος. Ο συγγραφέας, με διεισδυτικό πνεύμα και πυκνή γραφίδα, κατόπιν μιας ενδελεχούς αρχειακής έρευνας (ως το 1978, λόγω του 30ετούς απορρήτου των κρατικών αρχείων), αλλά και μαρτυρίες ζώντων χειριστών του ζητήματος, προβαίνει σε μια ανάλυση όχι μόνο των ιστορικών δεδομένων, αλλά και των ψυχολογικών επιπτώσεων που είχε η φάση «της σιωπής», όπως την αποκαλεί, από το 1962 ως το 1991.
Εν συνεχεία, δε, εξετάζει, διεξοδικά αλλά χωρίς περιττές λεπτομέρειες την κυβερνητική πολιτική και τα πολιτικά παρασκήνια, για να καταλήξει στην «ομηρεία» στην οποία ενεπλάκη η κυβερνητική πράξη αντιμέτωπη με την, κατά τον δικό του όρο, «Λαϊκή Διπλωματία» όπως αυτή εκφραζόταν εκ μέρους των ποικίλων κοινωνικών οργανώσεων, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, την οποία σε τελευταία ανάλυση αυτή η ίδια εξέθρεψε. Ο ερευνητής δεν περιορίζεται στις εθνογενετικές πολιτικές των σκοπιανών παραγόντων με τις συνέπειες στις διμερείς σχέσεις, αλλά εξετάζει και τις διεθνείς διεργασίες σε συνάρτηση με το εξελισσόμενο διπλωματικό-γεωπολιτικό σκηνικό.


Αρχειακό υλικό
Δύο κυρίως σημεία αποτελούν τη βασική συμβολή του Καλπαδάκη στην ιστοριογραφία του Μακεδονικού. Το πρώτο είναι η συμβολή του στη διαλεύκανση των απαρχών του ζητήματος. Το πλούσιο αρχειακό υλικό επιτρέπει στον ερευνητή να επεξηγήσει με πολύ ικανοποιητικό τρόπο αφ’ ενός πώς καταλήξαμε στην άτυπη «συμφωνία κυρίων» Αβέρωφ – Πόποβιτς τον Δεκέμβριο 1962, υπείκοντες στις τότε διεθνείς γεωπολιτικές συγκυρίες, και αφ’ ετέρου πώς η συμφωνία αυτή, η οποία θα εγγυάτο την ομαλή εξέλιξη των ελληνο-γιουγκοσλαβικών σχέσεων την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου («την ουδετερότητα της Γιουγκοσλαβίας και τις σχέσεις καλής γειτονίας με την Ελλάδα») έθεσε, σε τελευταία ανάλυση, σε τροχιά την αυτονόμηση της εθνογενετικής πολιτικής της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας» έναντι του Βελιγραδίου.
Η συμφωνία αυτή απέβλεπε «στον μετριασμό της αρνητικής επιδράσεως του Μακεδονικού στις σχέσεις» Αθηνών – Βελιγραδίου και εγγυάτο ότι «το ακανθώδες αυτό θέμα δεν θα ανεκινείτο πλέον δημοσίως». Ενώ από την ελληνική πλευρά, οι κυβερνήσεις, σεβόμενες τη συμφωνία, αλλά και έχοντας ως προτεραιότητα άλλα εθνικά θέματα – το Κυπριακό, τις σχέσεις με την Τουρκία – απέφευγαν την όξυνση της καταστάσεως, από την άλλη, οι Αρχές των Σκοπίων εκμεταλλεύονταν τα δεμένα χέρια των Αθηνών για να προωθήσουν την πολιτική που συστηματικά θα καθιέρωνε τη μεταπολεμική «ταυτότητα» του λαού της ομόσπονδης αυτής Δημοκρατίας.
Για την Αθήνα, η πολιτική της «σιωπής», συνέπεια της συμφωνίας Αβέρωφ – Πόποβιτς, δημιούργησε ένα κενό πληροφόρησης της κοινής γνώμης. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι υπηρεσιακοί παράγοντες, είτε του υπ. Εξωτερικών είτε της ΚΥΠ, δεν παρακολουθούσαν εκ του σύνεγγυς τις συστηματικές επιδιώξεις των Σκοπιανών αρχών. Το κενό είχε ως συνέπεια ότι ο λαός την κρίσιμη πια περίοδο της διαλύσεως της Γιουγκοσλαβίας«γνωσιακά αφοπλισμένος» δεν ήταν επαρκώς ενήμερος των όσων είχαν εμφιλοχωρήσει ώστε να διαμορφώσει τη σωστή πρόσληψη.
Το ενδιαφέρον είναι ότι καθ’ όλη την υπό εξέταση περίοδο, για την ελληνική πλευρά είχε γίνει ατύπως αποδεκτό το μεικτό όνομα «Σλαβομακεδονία», το οποίο, εν συνεχεία, όταν επήλθε η διάλυση της γείτονος, απεκλείσθη παντελώς. Ωστόσο, ορισμένοι το θεωρούσαν ως το πλέον κατάλληλο να περιγράψει τη νέα οντότητα. Τουναντίον, μετά τη μεταπολίτευση η Ελλάς ανέπτυξε πολυσχιδή πολιτισμική δράση για την προβολή της ελληνικότητος της Μακεδονίας, η οποία οπωσδήποτε απέφερε καρπούς.
Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο που, όταν επέστη ο χρόνος, τόσον η κυβερνητική όσο και η μη κυβερνητική λαϊκή ετυμηγορία ετάχθη υπέρ της μαξιμαλιστικής φόρμουλας, ασχέτως των εξωγενών πιέσεων, η οποία περιόρισε τους επίσημους χειρισμούς, ακόμη και όταν έγινε σαφές στην ηγεσία ότι η γραμμή αυτή απέβαινε αδιέξοδη.


Η «Λαϊκή Διπλωματία»
Δεύτερη ουσιώδης συμβολή του συγγραφέως στην κατανόηση της τροπής που έλαβε το Μακεδονικό αποτελεί η άσκηση της «Λαϊκής Διπλωματίας». Στο σχετικό κεφάλαιο περιγράφει/καταγράφει κατά πολύ εμπεριστατωμένο τρόπο την παλλαϊκή εθνεγερσία γύρω από το ζήτημα του ονόματος τα πρώτα έτη της δεκαετίας του ’90, τις κινητοποιήσεις της κοινωνίας των πολιτών, της Εκκλησίας, της Μακεδονικής Επιτροπής και άλλων οργανώσεων, εντός και εκτός Ελλάδος, που παρά την εθνική ομοψυχία που υπεδήλωναν, εκπορεύοντο από «πλουραλισμό αντιλήψεων και αιτημάτων».
Πολύ ενδιαφέρουσα είναι η ανάλυση των λόγων που κατηύθυναν την Εκκλησία στην προσπάθεια εξουδετερώσεως της υπόρρητης τάσεως του Βατικανού έναντι της Ορθοδοξίας. Η δράση των Μ.Κ.Ο. – αν θελήσει κανείς να χαρακτηρίσει έτσι τις δυναμικές κινητοποιήσεις του λαού, πολύτιμες επί του προκειμένου εφ’ όσον προέβαλλαν διεθνώς την ελληνική επιχειρηματολογία – συχνά μπορεί να ενέχει κινδύνους. Και οι κίνδυνοι αυτοί ανεφύησαν ανάγλυφοι όταν οι κινητοποιήσεις ξέφυγαν από τον κεντρικό έλεγχο και διαφοροποιήθηκαν από μία προσπάθεια εξορθολογισμού της επίσημης πολιτικής.
Η κυβερνητική πολιτική κατέστη όμηρος της λαϊκής ορμής, ενώ απαιτούσε ευαίσθητους διεθνείς χειρισμούς. Και, όπως καταλήγει ο Καλπαδάκης, «η ελληνική πολιτεία βράδυνε να αντιληφθεί τις συνέπειες που είχε η πολιτική της σιωπής στην πρόσληψη του θέματος».

Φωνές ακραίες και φωνές νηφάλιες
Ο συγγραφεύς στοιχειοθετεί με την αναγκαία ευκρίνεια, χρήσιμες, λίγο γνωστές, πτυχές της υποθέσεως, εσωτερικές και διεθνείς, κατά την ενδιάμεση περίοδο μέχρι την ανεξαρτησία των Σκοπίων, αλλά χωρίς πλατειασμούς, υπογραμμίζοντας το πρόταγμα της εθνικής συμφιλιώσεως μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας αλλά και, τελικά, τον εγκλωβισμό της Ελλάδος σε μία πολιτική η οποία δεν μπορούσε να αποδώσει και η οποία συν τω χρόνω κούρασε το διεθνές ακροατήριο.
Από το ανάγνωσμα προκύπτει ότι δημιουργήθηκαν δύο πόλοι: οι ακραίες φωνές, συναισθηματικά φορτισμένες μεν, αλλά αποκεκομμένες από την ιστορική εξέλιξη του Μακεδονικού, και αυτές που με την αναγκαία νηφαλιότητα πρόβαλαν μια ορθολογική προσπέλαση, χωρίς εν τούτοις να καταφέρουν να επιβάλουν τη διορατικότητά τους. Σήμερα, οπλισμένη με την αυτογνωσία που δύναται να αντληθεί από έργα όπως αυτό του Καλπαδάκη, η ελληνική εξωτερική πολιτική μπορεί να αναπτύσσει τον αναγκαίο βηματισμό που απαιτείται στο διεθνές γίγνεσθαι απέναντι σε έναν αδιάλλακτο γείτονα.


Ο κ. Κωστής Ι. Αιλιανός είναι Πρέσβης ε. τ.


Πηγή: tovima.gr

Related posts:

Comments